Όταν πήγα Φαντάρος, είχα την τύχη και την τιμή να υπηρετήσω στα ΛΟΚ, σαν Οπλίτης Γιατρός. Δεν με έκαναν Αξ/κο, γιατί δεν έγραψα καλά, και γιατί δεν κατάφερα να περάσω κάτι τεστ έρποντας...
Το 1965 είχαμε κάνει τον Σύλλογο των Φοιτητών της Επαρχίας Λαγκάδα, με πολιτιστικούς , εκδρομικούς, και άλλους φοιτητικούς στόχους ,[όπως φοιτητικό πάσο στα ΚΤΕΛ , κτλ ].
Ήμασταν αρκετοί φοιτητές στην Επαρχία μας, και κάναμε , στο σύλλογο και εκλογές, Πρόεδρος Ν. Αζμανης, Γραμματέας Δήμητρα Κοφτη, Ταμίας Τάκης Πουλόπουλος.
Το φοιτητικό πάσο, και μια εκδρομή , στο Μάλτεπε, προλάβαμε και τα κάναμε ,μετά όμως το 1967 , μας διέλυσαν τον Σύλλογο.
Ο σύλλογος είχε καταστατικό, και ήταν επίσημα στο πρωτοδικείο γραμμένος, και πήραμε όλοι πάσο.
Βέβαια σε ένα βιβλιαράκι για τον Λαγκαδά , δεν τον αναφέρουν , ίσως γιατί δεν τον βρήκαν, στο πρωτοδικείο. Ίσως γιατί ήταν μικροί τότε και δεν άκουσαν για το σύλλογο Φοιτητών Επαρχίας Λαγκάδα .
Μετά από δέκα χρόνια έγινε και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαγκαδά, , που και εγώ υπήρξα Πρόεδρος μια περίοδο. Τότε με δωρεά, των Τάσου και Μανώλη Μπίλλη, στην διάρκεια της θητείας μου ,αγοράσαμε ένα ακορντεόν ,ένα αρμόνιο και αλλά όργανα που δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ακόμη , γιατι μετά τόσα χρόνια ίσως και να χάλασαν.
Ο Πολιτιστικός σύλλογος Λαγκαδά, όπως και όλοι οι Σύλλογοι, και τα Σωματεία, και όσοι, υπηρετήσαν, και υπηρετούν, αυτά, από οποιοδήποτε πόστο, έχουν το μερτικό, της προσφοράς στην γενέτειρα τους , καθώς και τα αναστενάρια . Έχουν όλοι την χαρά, γιατί με τις εκδηλώσεις τους, θυμούνται τους παππούδες και τους γονείς τους και τα αγαπημένα τους πρόσωπα , που χάραξαν το στίγμα τους στην ψύχη τους, στο πέρασμα τους .
Συνεχίζουν τα ήθη και έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου, που γεννηθήκαμε και περάσαμε τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας , Όλοι οι σύλλογοι έχουν μερίδιο προσφοράς και αγάπης στο τόπο και βέβαια και ο Πολιτιστικός Σύλλογος της ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ, Πρωτοπόρησε, σε χορευτικά, ενδυμασίες και πολιτιστικές δράσεις. Στην διάρκεια της Δημαρχιακής μου θητείας, είχαμε βοηθήσει όλους τους συλλόγους. Είχα πει τότε τον υπεύθυνο ,του Πολιτιστικού της Μητροπόλεως Λαγκάδα, Αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο , χαίρομαι για τις λαμπρές εμφανίσεις σας, και εσείς , καλύψατε επιτυχώς, ένα κενό που υπήρχε πολλά χρόνια στα πολιτιστικά δρώμενα του Λαγκάδα . Δεν ήταν λογια, κάποιας δημοσίας προσφωνησης,άλλα λογια και αληθειες προς έναν Ιερωμένο, όταν συναντηθήκαμε στο δημαρχείο, μια και μοναδική φόρα, που έκανε αίτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο για την οικονομική ενίσχυση του Συλλόγου της Μητρόπολης. Σαν Δήμαρχος θα βοηθήσω του είπα όλους τους συλλόγους, ώστε, να φθασουν και αυτοί, στο ύψος, του Συλλόγου σας , Με απόφαση του Δημοτικού συμβούλιου, ενισχύσαμε όλους τους συλλόγους που είχαν καταστατικό ,και τον Πολιτιστικό Σύλλογο της Μητροπολης,, όπως ο Δημοτικός Κώδικας ορίζει .Δεν είχα πολλές σχέσεις με τον Ιερωμενο,Θεοδοσιο, άλλα όταν μετετέθη ,πικραμένος, ήλθε και με χαιρέτησε, λέγοντας μου, είστε ένας από τους λίγους που χαιρετώ στον Λαγκαδα.
Στα ΛΟΚ, ημουν τυχερός , που κατά τύχη βρέθηκα , γιατι είχαν , και έχουν , πνεύμα συναδελφικότητας, και πνεύμα μονάδος, και επειδή ήμασταν τον πιο πολύ χρόνο στα βουνά, ένιωθα ελεύθερος, και ανεξάρτητος.
Ήμασταν όλοι , ίσοι στο βουνό , Αξ/κοι, Στρατιώτες, και Γιατρός. Όλοι, ο καθένα , κουβαλούσε , μέσα στο μπερκερ του, το αντίσκηνο , τον υπνόσακο, την καραβάνα , το κουτάλι , το πιρούνι , το μαχαίρι , τις κονσέρβες , τις γαλέτες, τις αλλαξιές, τις κάλτσες ,τις εφεδρικές φόρμες ,τα τσιγάρα , το φακό ,τον πράσινο μπερέ του, το τζόκεϊ, το τζάκετ του ,το χοντρό πουλόβερ του . Φυσικά είχε το όπλο του, στον ωμό , και το πιστολι στη ζώνη του, με τις σφαίρες τους.
Ειλικρινά, ήμασταν τον περισσότερο καιρό στις κορυφές των βουνών , του Βίτσι και του Γράμμου , και παραμένουν ακόμη και σήμερα οι πιο ευχάριστες αναμνήσεις τι ζωής μου. Ξεκινούσαμε από την Θεσ/νίκη [Β'Μ’ Καταδρομών] με τα ρεο, χαράματα , και μεσημέρι φθάναμε στο χωριό Τρίβουνο, της Φλώρινας.
Εκεί φορτωμένοι με τα πράγματα του, ο καθένας, αρχίζαμε την ανάβαση ,με τα πόδια, στην κορυφή, Βίγλα Λούτσα 1800 μέτρα .
Μέσα , από τα μόνιμα, μονοπάτια πηγαίναμε ,χωρίς να παρεκλινουμε,γιατι υπήρχαν νάρκες από τον εμφύλιο ακόμη, και όχι μονό στο χώμα, αλλά και σε διχάλες, δένδρων για παγιδευσεις.Πολλες φορές συναντούσαμε αρκουδάκια , πολλούς λαγούς και ελάφια.
Όταν φθαναμε , στην κορυφή στήναμε , τα αντίσκηνα . Δεν ξεχνώ ακόμη και σήμερα, την θέα, από εκεί ψηλά, που έβλεπα από την μια μεριά τις λίμνες Πρέσπες , και από την άλλη, την λίμνη της Καστοριάς .
Το βραδύ, κοιμόμασταν στο δάσος, μέσα στον υπνόσακο πανω στις παχιές φυλλωσιές, και ποτε- ποτε ερχόταν, και κανένα μικρό ποντικάκι και μας ξυπνούσε.
Το πρωί ήταν χαρά θεού όταν ξυπνούσαμε στο δάσος, και πίναμε το πρωινό μας τσάι.
Παίρναμε το δισάκι μας [μπερκερ] στις πλάτες μας, με όλα τα πράγματα μας, και ξεκινούσαμε για , μια νέα κορυφή συμφωνα με το πρόγραμμα της άσκησης. Όταν φθαναμε στη νέα παραμονή μας, τακτοποιουσαμε πάλι τα τσαντίρι μας. Ανάβαμε φωτιά , σε ένα ξέφωτο , με πολύ προσοχή [για πυρκαγιά] και ψήναμε, τις κονσέρβες με κρέας αλόγου Αργεντινής.
Ήταν μεγάλη έκπληξη, για μένα, όταν , για πρώτη φορά ,σε ύψος 1800 μετρων, έφαγα μια φέτα καρπούζι , στο συσσίτιο , δεν το περίμενα, γι’αυτο και το θυμάμαι ακόμα.
Συνήθως κάναμε τις, τετραήμερες και δεκαημερες,ασκησεις, τέλη Ιουνη που ο καιρος ,στα βουνα δεν έκαμνε ούτε κρύο, ούτε ζεστη . Κάθε μέρα κάναμε, πορεία και αλλάζαμε κορυφές.
Φεύγαμε από την Βίγλα Λούτσα, και πηγαίναμε στην κορυφή Τσουκα, μετά στην κορυφή Λεσιτς , και κατεβαίναμε στο χωριό ,άνω Μέλας , εκεί υπάρχει το σπίτι, που σκοτώθηκε , ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, και μετά πηγαίναμε στο χωριό κάτω Μέλας, Εκει ερχόταν τα ρεο, και τέλειωνε, η δεκαήμερη παραμονή μας στο βουνό. Στην πορεία μας στις κορυφές συναντούσαμε ακόμη φυλάκια [πολυβολεία] φτιαγμένα από κορμούς δένδρων, και πολλές νάρκες μεγάλες, αντιαρματικές που τις είχαν αχρηστευση, αλλά και μικρές σαν λαμπόγυαλα, σε διχάλες δένδρων, αυτές τις είχαν για παγιδεύσεις, και ήταν επικίνδυνες,αλλα και μικρά βλήματα όλμων με φτερωτές.Σε όλα τα γυρω βουνα, τα ειδικα συνεργεια που δουλευαν και κατέστρεφαν, τα ναρκοπέδια, κάθε μέρα ακούγαμε μακριά μας, τις εκρήξεις από την εξουδετέρωση των ναρκών.ΟΙ κορυφές των βουνών Τσουκα και Λεσιτς ήταν ακόμη γυμνές , χωρίς δένδρα, από τους πολλούς βομβαρδισμούς , με βόμβες , ναπαλμ. Αυτές οι κορυφές ήταν στο μέσο, του δρόμου διαφυγής , από την κορυφή του Βίτσι, του ηττημένου Δημοκρατικού Στρατού, προς τις Πρεσπες και την Αλβανία, με πορεία 6 ωρών περίπου.
