Ο Νώντας ξύπνησε από το λάλημα του κόκορα, εκείνου του ωραίου και πλουμιστού που είχαν στο κοτέτσι της αυλής, μαζί με μισή ντουζίνα κότες. Χουζούρεψε για λίγο στο κρεβάτι, ακούγοντας τους ήχους της οργιαστικής Φύσης στο κατακαλόκαιρο: σπουργίτια, χελιδόνια, καρδερίνες, έδιναν έξω μια υπέροχη συναυλία ήχων. Από το ανοιχτό παράθυρο, η ακακία της αυλής πλημμύριζε με το άρωμα των ανθών της το δωμάτιο και το σπίτι. Σε κάποια στιγμή ήρθε μέσα ο γάτος τους, ο Αράπης, πήδηξε στο κρεβάτι, και άρχισε να τρίβεται πάνω του, σαν να του έλεγε: «Τι έγινε; Ακόμη δε θα σηκωθείς, τεμπέλη;». «Άσε με Αράπη… Διακοπές έχουμε, το ξέχασες;…», του είπε, χαϊδεύοντάς τον. Ύστερα από λίγο σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Η γιαγιά του, καθισμένη στο ντιβάνι, έπλεκε μάλλινα τσουράπια για τον χειμώνα. Ο παππούς του είχε κατέβει στην αυλή και σκάλιζε τα λουλούδια με μια τσάπα: σκυλάκια, σκουλαρικιές, γαρυφαλιές, κατιφέδες, ντάλιες, μολόχες, ορτανσίες, σχημάτιζαν στα παρτέρια ένα πολύχρωμο χαλί. Ο Ρίκος, ο σκύλος τους, έπαιζε με την κούνια που κρεμόταν από τη φορτωμένη με καρπούς καϊσιά. Οι κότες στο κουμάσι σκάλιζαν με επιμέλεια το χώμα, ψάχνοντας για έντομα και σκουλήκια. Η μάνα του τού ετοίμασε την καθιερωμένη πρωινή παπάρα: ζεστό γάλα και κόρες ψωμιού πασπαλισμένες με ζάχαρη. Το γάλα το έπαιρναν κάθε πρωί, φρέσκο, από τον γείτονα, τον κυρ-Τάσο τον Κόλλια, που είχε στάβλο με αγελάδες. «Άντε, άργησες σήμερα… Να φας και να πας να βοηθήσεις τον πατέρα σου…».
Αφού έφαγε, ξεκίνησε για τον μπαξέ του πατέρα του, που ήταν στην άκρη του χωριού. Όταν έφτασε τον είδε, μαζί με τον θείο του, τον Λάμπρο, και τον ξάδερφό του, τον Λιάκο, να δουλεύουν ήδη, να μαζεύουν, σκυμμένοι, ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές. Τους καλημέρισε και άρχισε να μαζεύει κι εκείνος μαζί τους τούς καρπούς που έδινε απλόχερα η εύφορη γη. Χαιρόταν πολύ, όταν τύχαινε να πάνε στη Θεσσαλονίκη, να ακούει τους μανάβηδες να διαλαλούν με καμάρι: «Λαγκαδιανές μελιτζάνες έχω! Νόστιμες Λαγκαδιανές ντομάτες!». Αφού μάζεψαν αρκετή ποσότητα, άρχισαν να τις τοποθετούν στα ξύλινα τελάρα και ύστερα να τα ραντίζουν με νερό και να τα στοιβάζουν στην είσοδο του μπαχτσέ, στη σκιά μιας ακακίας για να μην τα χτυπάει ο καυτός ήλιος. Το βραδάκι θα περνούσε το φορτηγό που τα μάζευε, για να τα πάει στη Λαχαναγορά της πόλης. Το είχαν αγοράσει συνεταιριστικά εννιά μπαχτσεβάνηδες, με την επωνυμία «Οι Εννέα Αγαπημένοι». «Βλέπεις τι τραβάμε;», του είπε σε κάποια στιγμή ο θείος του. «Να κοιτάξεις να σπουδάσεις, να ξεφύγεις από τις λάσπες και τα χώματα! Δεν ξέρω τι σχέδια έχεις εσύ, αλλά ο ξάδερφός σου από δω, δεν έχει νου για γράμματα! Τον βλέπω να καταλήγει μπαχτσεβάνης κι αυτός!». Όταν τελείωσαν, ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά, η ζέστη άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Γύρισαν στο σπίτι για το μεσημεριανό. Η μπουγάδα, φρεσκοπλυμένη, πεντακάθαρη, στέγνωνε απλωμένη στο σύρμα της αυλής. Η κουζίνα μοσχοβολούσε από τα γεμιστά που είχε ετοιμάσει η μάνα του, ψημένα στον φούρνο της αυλής. Στο μεταξύ, είχε προλάβει να φτιάξει και σύκο-γλυκό, που είχε τοποθετήσει μέσα σε δυο μεγάλα γυάλινα βάζα, πάνω στον πάγκο. Συχνά αναρωτιόταν πώς προλάβαινε όλες τις δουλειές του σπιτιού κι έβρισκε χρόνο να φτιάχνει τραχανά, γιουφκάδες, γλυκά, μαρμελάδες, να πλέκει, να κεντάει, να ράβει ρούχα… Τον έστειλε στη τουλούμπα της αυλής, για να γεμίσει μια κανάτα δροσερό νερό, έκοψε και δυο κατακόκκινες ζουμερές ντομάτες, με ροδέλες αγγούρι και κρεμμύδι, ένα κομμάτι κατσικίσιο τυρί, ζυμωτό σπιτικό ψωμί, κι έφαγαν όλοι με όρεξη. Ύστερα ξάπλωσαν λίγο, για το μεσημεριανό διάλειμμα.
Το απόγευμα, πήρε το ντραγκαλάκι του (ένα καλάμι με ρόδες και τιμόνι από σύρμα) και πήγε τρέχοντας να βρει τους φίλους του στο Ανοιχτό (έτσι συνήθιζαν να λένε την πιο κοντινή πλατεία, εκεί που γίνονταν τα Αναστενάρια). Θα έρχονταν και παιδιά από το «Στάλινγκραντ», από τη συνοικία που ήταν προς τη μεριά της Χρυσαυγής, κοντά στα Γκερένια. Μπροστά στον φούρνο του κυρ-Λούκα γαϊδουράκια, φορτωμένα με πουρνάρια από το βουνό, περίμεναν υπομονετικά τον αγωγιάτη να τα ξεφορτώσει. Την ώρα που έφτανε περνούσε από εκεί και ο κυρ-Νίκος ο Γιοβανάς, με το καροτσάκι του γεμάτο λαχταριστό παγωτό ντουντουρμά, που το έφτιαχνε ο ίδιος. Τα περισσότερα παιδιά αγόρασαν από μια κουκουλίκα και άρχισαν να γλύφουν απολαυστικά την παγωμένη μαστιχάτη κρέμα, που μοσχοβολούσε φρέσκο γάλα. Ύστερα από λίγο εμφανίστηκε και ο καταβρεχτήρας του Δήμου. Άρχισαν να τον ακολουθούν όλοι, τρέχοντας και φωνάζοντας, ανάμεσα στους πίδακες του αστραφτερού νερού που πετάγονταν από πίσω του, για να κάνουν να κατακαθίσει η καλοκαιρινή σκόνη των δρόμων, που δεν είχαν ακόμη ασφαλτοστρωθεί. Ύστερα, έπαιξαν πρώτα στρίντζα, τσιλίκ-τσομάκ, μπίκια, γκαζίνες, κι όταν βαρέθηκαν συνέχισαν τις εξερευνήσεις που έκαναν συχνά στις παρυφές του χωριού: στο Ποτάμι, στους Αναβαθμούς, στο γήπεδο της ΑΠΕΛ, στα Λουτρά, στο κανάλι του Καραγιώργη, στις Μουριές, στα Γκερένια, στο Πεντέμιση, στον Πρώτο Πλάτανο, στον Δεύτερο - μέχρι εκεί είχαν φτάσει. Στα σχέδιά τους ήταν να πάνε στη χαράδρα της Μάρως και στη Λίμνη, όμως όλο το ανέβαλλαν. Ήταν μακριά και φοβόντουσαν μήπως αργούσαν να γυρίσουν το βράδυ και τους κατσαδιάσουν οι γονείς τους. Αν και τη Λίμνη τους την είχαν απαγορεύσει ξεκάθαρα, από φόβο μήπως γίνει κανένα κακό - είχαν πνιγεί άνθρωποι εκεί. Πάντως, στα ρηχά του Μπογδάνα πήγαιναν κι έριχναν κρυφά κάποιες βουτιές. Η θάλασσα ήταν ένα όνειρο για λίγους, για εκείνους που είτε είχαν κούρσα, είτε κάποιο επαγγελματικό φορτηγό του πατέρα, με τα οποία πήγαιναν τα σαββατοκύριακα ημερήσιες εκδρομές στον Σταυρό, και την έπεφταν κάτω από τον παχύ ίσκιο των πλατανιών, εξοπλισμένοι με κουρελούδες, ταπεράκια με διάφορα φαγητά, φρούτα, ποτά, σαμπρέλες αυτοκινήτων που χρησίμευαν ως σωσίβιο για τα παιδιά…
Όταν βράδιασε, γύρισε στο σπίτι, έφαγε τα τηγανητά αυγά που του έφτιαξε η μάνα του, και κατόπιν, κουρασμένος, ξάπλωσε στο χαγιάτι, πάνω σε μια κουρελού που είχε υφάνει με τέχνη η γιαγιά του στον αργαλειό. Βύθισε το βλέμμα του στον έναστρο ουρανό, προσπαθώντας να ξεχωρίσει τους αστερισμούς που του έδειχνε συχνά ο πατέρας του: η Μεγάλη Άρκτος, η Μικρή, ο Πολικός Αστέρας… Οι υπόλοιποι κάθονταν παραδίπλα, στην αυλή της κυρα-Στάσας, και τους άκουγε να διηγούνται παραμύθια, ανέκδοτα, διάφορες ιστορίες και παλιά μασάλια. Πολλές φορές καθόταν κι εκείνος. Του άρεσε να ακούει από τους μεγαλύτερους ιστορίες από τη Μικρασία, από τη γερμανική κατοχή, τα κατορθώματα διάφορων νταήδων, τις τραγικές ζωές πολύπαθων ανθρώπων… Έβλεπε τους παππούδες και τις γιαγιάδες σαν ζωντανά βιβλία της ζωής και της ιστορίας του τόπου, γεμάτους εμπειρίες και γνώση… Από το σιγανό μουρμουρητό και την κούραση, ούτε που το κατάλαβε πώς αποκοιμήθηκε. Σε κάποια στιγμή ένοιωσε το χέρι της μάνας του να του χαϊδεύει το μάγουλο και να του λέει: «Σήκω να πας μέσα, θα κρυώσεις εδώ… Το βράδυ πέφτει υγρασία…». Τη νύχτα ονειρεύτηκε ότι είχαν γίνει, αυτός και η παρέα του, ένα κοπάδι κιτρινόμαυροι συκοφάγοι, που έτρωγαν γλυκά σαν μέλι σύκα και τσιτσίριζαν χαρωπά, εκεί πέρα στα αμπέλια, δεξιά από τον δρόμο του Σοχού. Κάτι κυνηγοί άρχισαν να τους πυροβολούν, αλλά μετά ήρθε ένας άγγελος, με ένα μεγάλο αστραφτερό σπαθί, και τους έδιωξε μακριά…
Την άλλη μέρα αποφάσισαν όλοι να πάνε στο μαντρί του Αρτέμη, του συμμαθητή τους, για να δούνε πώς φτιάχνεται το τυρί. Πρώτα έχυναν το γάλα που είχαν μαζεμένο στα γκιούμια σε ένα μεγάλο καζάνι και το έβραζαν καλά. Ύστερα το κατέβαζαν από τη φωτιά, έριχναν μέσα τη μαγιά, και το άφηναν να κρυώσει και να πήξει. Κατόπιν έβαζαν το τυρόπηγμα σε αραιοϋφασμένες τσαντήλες και τις κρεμούσαν για αρκετή ώρα, ώστε να στραγγίξει το τυρόγαλο. Τέλος, έκοβαν το τυρί σε κομμάτια, το τοποθετούσαν μέσα σε τενεκέδες με αλατόνερο (σαλαμούρα το έλεγαν), και ύστερα τους σφράγιζαν. Οι πιο φτωχοί έβαζαν τα δοχεία σε κάποιο δροσερό μέρος, οι άλλοι στο μεγάλο χτιστό ψυγείο του Ασβεστά, με νοίκι. Κάπως έτσι πέρασε κι εκείνο το καλοκαίρι, με δουλειά, παιχνίδι, βόλτες στη Φύση, και δίψα να μάθουν καινούργια πράγματα…
Φθινόπωρο
