Απόψε ο μικρός Μάκος παρατήρησε από τη σχισμή της σαραβαλιασμένης πορτούλας του μύλου το αμυδρό φως από πολυάριθμα φαναράκια που τρεμοπαίζανε και όλα είχαν κατεύθυνση τον Αη Γιώργη. Άργησε λίγο να καταλάβει ότι ξημέρωναν Χριστούγεννα.
Κάτι τέτοιες στιγμές ήθελε να μείνει για πάντα στη μικρή παραγκούλα του μύλου. Είχε την εντύπωση ότι μόνο εκεί ήταν ασφαλής. Δεν είχε ιδέα που θα μπορούσε να πάει και ποια πόρτα να χτυπήσει.
Τα μάτια του βούρκωσαν και όλα γύρω του θόλωσαν. Ο νους του πέταξε πέρα, μακριά από τη θάλασσα στην Αρτάκη και σ’ όλα όσα τον έδιωξαν απ’ αυτή. Με αφάνταστη ταχύτητα πέρασαν βίαια όλα από το μυαλό του, τόσο που ξέχασε για λίγο πού βρίσκεται.
Θυμήθηκε τα προηγούμενα χρόνια τέτοιες βραδιές στην Αρτάκη, όταν επέστρεφε στο σπίτι ο πατέρας του, και σκάρωνε εκείνες τις αυτοσχέδιες, ατέλειωτες ιστορίες και αυτός όλο αυτιά καθισμένος στα γόνατά του να μεθά από τη φλυαρία του. Από τα χείλη του να ξεπηδούν παραμύθια με τρομερές μάγισσες, χρυσά παλάτια και τελείωνε πάντα με τους καλικάντζαρους. Ύστερα το ρεύμα των σκέψεών του μεταφέρθηκε στη μάνα του. Τη θυμάται να τον περιμένει στο παράθυρο γεμάτη αγωνία.
Κατάλαβε ότι έπρεπε να ξεφορτωθεί και να θάψει για πάντα κάτω από την ταφόπετρα της λήθης το παρελθόν του, έκρυψε το προσωπάκι του στα παγωμένα χεράκια και άρχισε να κλαίει. Αλλά απότομα διέκοψε τους λυγμούς του, τον αιφνιδίασε ένα δυνατό χτύπημα της εξώθυρας του μύλου. Ο μυλωνάς, δεν άντεχε να αφήσει το μικρό χωρίς φαγητό τέτοια μέρα.
Το γεύμα κράτησε ώρες ολόκληρες καθώς τα όσα είχαν να πουν ήταν ατελείωτα.
Τρέμοντας και με φωνή που κάθε τόσο χανόταν στο βάθος του λαιμού του, ενώ τη διέκοπταν τ’ αναφιλητά, διηγήθηκε ο μικρός την πορεία του από την Αρτάκη μέχρι την Λιγκοβάνη (Ξυλόπολη).
Η βαρβαρότητα των Τούρκων, οι εμπρησμοί, οι δολοφονίες, οι αρπαγές, μας εξανάγκασαν να πάρουμε το δρόμο της προσφυγιάς. Ο πατέρας, η μητριά μου κι εγώ αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το μεγάλο βιός μας στην Μ. Ασία και να ακολουθήσουμε τους υπόλοιπους πρόσφυγες σε έναν δρόμο χωρίς τελειωμό. Μετά από ένα πολυήμερο και κοπιαστικό ταξίδι με το «ΧΙΟΣ» φτάσαμε στα Απολυμαντήρια, «πλάζ του ΕΟΤ» στη Θεσσαλονίκη. Μας φάνηκε ένα σκοτεινό και μελαγχολικό μέρος καθώς ο ήλιος κόντευε να δύσει. Μ’ έλουσε πόνος και νοσταλγία για τη χαμένη μου πατρίδα. Η γη που με κράτησε στην αγκαλιά της που με είχε αγαπήσει είχε πεθάνει. Κείτονταν εκεί στο βάθος του πελάγου. Ενώ σκεφτόμουν διάφορα μέσα στη νύκτα, μια σκαστή αχτίδα από κάποιο ψευτοφάναρο πέρασε από τη σχισμή της σκηνής. Μου φάνηκε τόσο δυνατή που με θάμπωσε.
Σε λίγο το φως άρχισε να παίρνει σχήμα, να γίνεται δύο ολοζώντανα κατάμαυρα και μαγευτικά μάτια. Ακούστηκε το χαρούμενο και γλυκό νανούρισμα της μάνας μου. Τα μάτια χαμογελούσαν και μέσα τους καθρέπτιζαν την αγάπη και τη χαρά.
«Περίμενε μητέρα! Πάρε με κοντά σου»
Άπλωσα τα χέρια μου προς τη μεριά της οπτασίας, μα τα μάτια ξεθώριασαν, έσβησαν και χάθηκαν.
Τώρα κρατούσα μαζί μου κάτι από το πνεύμα της μάνας μου, κάτι που θα έμενε για πάντα μαζί μου κομμάτι του εαυτού μου.
Το πρώτο βράδυ στα απολυμαντήρια ήταν «βραδιά κολάσεως». Τα κουνούπια, οι κραυγές των αρρώστων, γιατί θέριζε η ελονοσία, η βουβαμάρα και η σαστιμάρα των υγιών σκλήρυναν και πέτρωσαν την καρδιά μου. Τη δεύτερη μέρα ήμουν κιόλας εξοικειωμένος με την ιδέα του θανάτου.
Πέρασαν έτσι κάμποσες μέρες. Η μητριά μου δεν ενδιαφερόταν για τίποτε παρά μόνο για τον εαυτό της. Ο πατέρας μου όμως έφευγε το πρωί και επέστρεφε το βράδυ, έψαχνε κάποιο δρόμο, μια διέξοδο που θα μας οδηγούσε προς τον παράδεισο.
Ένα βράδυ γυρόφερνα ανάμεσα στις σκηνές. Κάποια στιγμή σκόνταψα στα πόδια μιας ηλικιωμένης γυναίκας που καθόταν σταυροπόδι στην άμμο. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην αγκαλιά της να μου λέγει γλυκόλογα και να με χαϊδολογάει. Με κουνούσε πέρα δώθε σαν τη μάνα μου για αρκετή ώρα, κάτι ψέλλιζε χωρίς να καταλαβαίνω τίποτε. Ο τρόπος που μου φερόταν έμοιαζε πολύ της μάνας μου. Με πήρε ο ύπνος για αρκετή ώρα. Όταν ξύπνησα άργησα να συνειδητοποιήσω πού βρισκόμουν. Όταν η μνήμη μου με προσγείωσε στην πραγματικότητα σήκωσα το κεφάλι και είδα το πρόσωπο της χαροκαμένης, με τα ξεσχισμένα ρούχα γυναίκας. Από τα μάτια της κυλούσαν δύο δάκρυα που φεγγοβολούσαν σαν διαμάντια αμύθητης αξίας. Το βλέμμα της απλανές, ήταν συνεχώς στραμμένο στην άλλη όχθη του Αιγαίου. Η ματιά της ήταν τόσο δυνατή που διαπερνούσε και βουνά ακόμη. Η γυναίκα συνέχισε να ψελλίζει λόγια χωρίς να τα καταλαβαίνω, τα δάκρυα όμως από τα μάτια της δεν έλεγαν να στερέψουν, διαπερνούσαν το μικρό κορμάκι μου και δημιουργούσαν μια ζεστή φωλιά για την καρδιά μου. Καθόμουν εκεί καθηλωμένος χωρίς να κουνιέμαι καθόλου για να μην διακόψω τις σκέψεις της. Μα τα χρυσαφένια δάκρυα της γυναίκας, σιγά – σιγά άρχισαν να μου μιλούν και να μου εξιστορούν γεγονότα που ήταν τραγικότερα από αυτά που έζησα ο ίδιος. Ξεκινώντας από τη Σμύρνη πρόλαβαν να μπουν στο καράβι μόνο αυτή και η μικρή κόρη της, που είχε αγκαλιά, ενώ τα άλλα δύο παιδιά και ο άνδρας της δεν ήξερε πού βρίσκονταν.
Η νύχτα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή και η ψύχρα άρχισε να απλώνεται. Η ταλαίπωρη όμως γυναίκα συνέχισε να στέκει πάνω στην άμμο κι εγώ δίπλα να μη θέλω να την αποχωριστώ, λες και κάποιο φίλτρο με τραβούσε κοντά της. Ξαφνικά η νοσταλγία κυρίευσε τη μαυροφορεμένη γυναίκα και οι λυγμοί της ακουστήκαν σ’ όλα τα απολυμαντήρια. Σε τακτά διαστήματα σταματούσε το κλάμα και άκουγε τους τσέτες στην απέναντι όχθη του Αιγαίου να έχουν επιδοθεί στις διώξεις και στις σφαγές. Άκουγε τις κραυγές των παιδιών της κάτω από τα άλογα των βαρβάρων. Τέντωσε περισσότερο τα αυτιά της και άκουσε την κουβέντα της μητέρας της από τον τάφο.
Εκείνη τη στιγμή σαν από θαύμα πρόβαλε μπροστά μας η σκιά του πατέρα μου, που επέστρεψε στον καταυλισμό με λίγα τρόφιμα στην αγκαλιά του. Τα μάτια μου τότε χαμογέλασαν και τα αυτιά της μαυροφορεμένης γυναίκας άκουσαν τα λόγια αγάπης που έτρεχαν προς το μέρος μου. Τα χέρια του πατέρα ήταν ορθάνοιχτα περιμένοντας να μ’ αγκαλιάσουν.
Αφού χαιρέτησα την ανώνυμη κυρά κατευθύνθηκα προς τη σκηνή μας. Εκεί ο πατέρας ξεστόμισε το τρανταχτό γεγονός. Η πόλη είναι αφιλόξενη γι’ αυτό θα ακολουθήσουμε το δρόμο που οδηγεί στις Σέρρες. Κάπου στο μέσον της διαδρομής θα εγκατασταθούμε.
Σε λίγες μέρες ακολουθήσαμε το δρόμο που οδηγούσε στα βόρεια της πόλης. Μετά από ταλαιπωρία δύο ημερών φθάσαμε σε ένα χωριό περιτριγυρισμένο από ένα τεράστιο δάσος και κρεμασμένο στην κορυφή ενός βουνού, αφιλόξενο μέρος αλλά θα μας εξασφάλιζε η φύση τα απαραίτητα για να επιβιώσουμε τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες. Βολευτήκαμε σ’ έναν αχυρώνα αλλά οι κακουχίες, οι ταλαιπωρίες και ο ψυχική κούραση οδήγησαν τον πατέρα μου στον άδοξο θάνατο. Ο καλός και ευκατάστατος νοικοκύρης, ο Καζάκος, που οι συγχωριανοί μου τον προσφωνούσαν πάντα με το παρατσούκλι Τσετίν, αφού ήταν ο επιστάτης των αμπελώνων της περιοχής, έφτασε να πεθαίνει μέσα στον αχυρώνα, ενώ την περιουσία του την χαίρονται οι βάρβαροι! Τη στιγμή που τον αποχαιρέτησα γέμισα κουράγιο και αγάπη για να με φωτίζει στα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής. Όταν τέλειωσα με τον χαιρετισμό κοίταξα τον καταγάλανο ουρανό και είδα τα άσπρα σύννεφα σαν τεράστια καράβια με τα μεγάλα τους πανιά να αρμενίζουν, είδα με τη φαντασία μου ότι βρίσκομαι σ’ ένα από αυτά στην αγκαλιά του πατέρα μου και περιηγούμαστε τις ακτές της Μικρασίας.
Η μητριά μου λες και περίμενε αυτό το γεγονός για να απαλλαγεί από μένα, να με εγκαταλείψει στην τύχη μου και να πάρει τον δρόμο προς την πόλη. Έπεσα γονατιστός μπροστά της κι έχωσα το πρόσωπό του μέσα στις πτυχές της φούστας της, τη θερμοπαρακάλεσα να μη μ’ εγκαταλείψει στην τύχη μου, αλλά ανταπόκριση δεν βρήκα.
Η πρώτη βραδιά μου χωρίς στήριγμα ήταν πολύ βασανιστική. Όταν οι ακτίνες του ήλιου διαπέρασαν τις χαραμάδες του αχυρώνα ανακουφίστηκα και δειλά – δειλά άνοιξα την πόρτα να δω τον κόσμο μόνος μου χωρίς στήριγμα.
Αν και ήμουν μόνο οκτώ χρονών ένιωσα ώριμος και βρήκα προσφορότερη λύση τη μετακίνησή μου σε κάποιο από τα γύρω χωριά. Ακολούθησα την κατεύθυνση που οδηγούσε στο κεφαλοχώρι Λιγκοβάνη (Ξυλοπολη). Με τη χιλιομπαλωμένη κουβέρτα στην πλάτη συνέχισα να διασχίζω το μεγάλο δάσος.
Σε λίγο βρέθηκα μπροστά σ’ ένα κοπάδι πρόβατα που απολάμβαναν το γεύμα τους, ενώ κάτω από μια λεύκα φαινόταν αμυδρά ο βοσκός καθισμένος σε μια πέτρα.
Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί στη κορυφή του Καρτερέ. Επιτάχυνα τον βηματισμό μου για να προλάβω να βρω κανένα αχυρώνα και μπορέσω να κουρνιάσω. Η πείνα για λίγο με εγκατέλειψε, αφού έφαγα το ψωμάκι που μου έδωσε ο βοσκός.
Παρατήρησα μια αρκετά μεγάλη ομάδα χωρικών, παρέα με τα φορτωμένα γαϊδουράκια της να οδεύει προς το νοτιοανατολικό μέρος του χωριού. Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί; Το μόνο που διέκρινα ήταν ένα μεγάλο φουγάρο που κάπνιζε ασταμάτητα. Πήρα λοιπόν το σοκάκι προς εκείνη τη κατεύθυνση χωρίς να με αντιληφθούν οι χωρικοί και έφτασα στον μαντρότοιχο του μύλου.
Όταν ο ήλιος έδυσε, έμεινα καθισμένος στο πεζούλι στον εσωτερικό μαντρότοιχο του μύλου. Εκεί με βρήκες κύριε Βίκτωρα και μου προσέφερες το λιγοστό ψωμάκι που σου είχε περισσέψει από το γεύμα σου και μου πρότεινες να χρησιμοποιήσω για στέγη τη μικρή παραγκούλα που βρίσκεται στην αυλή του μύλου.
Μπεκιαρης Σταμάτης
