Τρόμος καί φόβος ἔχει καταλάβει ὁλόκληρη την ὑφήλιο.
Αἰτία; Ἕνας ἰός. Ἕνα τόσο δά μικροσκοπικό σωματίδιο, πού, ὅπως λένε οἱ εἰδικοί, τό μέγεθός του εἶναι μόλις μερικά χιλιοστά τοῦ χιλιοστοῦ! Σωματίδιο κυριολεκτικά ἀόρατο! Τόσο μικρό, πού στα συνήθη μικροσκόπια οὔτε κἄν διακρίνεται! Μονάχα με ἠλεκτρονικά μικροσκόπια οἱ ἐρευνητές μποροῦν νά τό ἐντοπίσουν καί νά τό περιγράψουν.
Και ὅμως! Αὐτό τό μικροσκοπικό ψευτοσωματίδιο ἔχει προκαλέσει παγκοσμίως φόβο καί τρόμο καταμέγα.
Καί συλλογιέται κανείς: Πόσο μικρός και ἀδύναμος εἶναι τελικά ὁ ἄνθρωπος! Πόσο ἀνήμπορος ἀποδεικνύεται ὁ ἄνθρωπος μπροστά σέ ἀπειλή προερχόμενη ὅχι ἀπό ἐπικείμενους βομβαρδισμούς, ἀλλά ἀπλῶς καί μόνον ἀπό ἐνδεχόμενη μόλυνση ἀπό ἔνα ἀπειροελάχιστο παρασιτικό μόριο!
Αὐτός, πού ἔφτιαξε οὐρανοξύστες, μπροστά σέ ἔναν ἰό κατάντησε νάνος. Αὐτός, πού νίκησε τήν βαρύτητα καί πέταξε στό φεγγάρι, αὐτοεγκλείστηκε μέσα σέ τέσσερις τοίχους. Αὐτός, πού οἱ ὑφιστάμενοί τουτόν τρέμουν, τώρα τρέμει ὁ ἴδιος σάν τό φύλλο, ἁπλά καί μόνον στην ἰδέα ὅτι τον ἔχει ἀκουμπήσει τό μικροσκοπικό αὐτόψευτοοργανίδιο.
Κάθε μέρα, οἱ ὑπεύθυνοι για την διαχείρηση αὐτῆς τῆς ἀπρόσμενης ἀπειλῆς, μετρᾶνε κρούσματα καί θανάτους. Ἡ ἀγωνία τους, ἡ ζωγραφισμένη στα προσωπά τους, μεταρέπεται στίς ψυχές τῶν ἀπλῶν ἀνθρώπων σέ θλίψη και ἀπόγνωση. Σέ πανικό καί σέ ἰδέες αὐτοκτονικές.
Τό πρόβλημα ἀναδεικνύεται ὡς μέγα και ἀναγκαστικῶς παίρνονται μέτρα. Ἡ μετάδοση τοῦ ἰοῦ ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο πρέπει, λένε, μέ κάθε τρόπο νά ἀναχαιτισθεῖ. Ἔτσι: Ἡ πολιτεία διατάζει ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας. Οἱ γιατροί ὁρίζουν νά μείνουμε κλεισμένοι μέσα στά σπίτια μας. Ἡ διοικοῦσα ἐκκλησία συναποφασίζει μέτήν πολιτεία νά σφραγιστοῦν οἱ Ἱεροί Ναοί καί νά σταματήσουν οἱ πιστοί νά λειτουργοῦνται καί νά κοινωνοῦν. Ἡ Δικαιοσύνη προαναγγέλλει κυρώσεις γιά τούς παραβάτες. Ἠ ἀστυνομία ἐπιβάλλει πρόστιμα και πραγματοποιεῖ ἐφόδους σέ σταυροδρόμια και στις εἰσόδους τῶν ἐκκλησιῶν.
Τί κακό μᾶς βρῆκε με τοῦτον τον ἰό! Νά μην ὑπάρχει φάρμακο εἰδικό, νά μην ὑπάρχει διαθέσιμο ἐμβόλιο, νά μή μᾶς φτάνουν τά κρεβάτια στίς ΜΕΘ, νά μην ἔχουμε μάσκες, νά μή βρίσκουμε ἀντισηπτικά, νά μή βγαίνουμε ἀπό τό σπίτι, νά μην ἀγκαλιάζουμε τούς γονεῖς μας, νά μή φιλᾶμε τά παιδιά μας, νά μην ἐκκλησιαζόμαστε, νά μην ἐξομολογούμαστε, νά μή κοινωνοῦμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!
Πάντες οἱ ἰθύνοντες, πολιτικοί και ἐκκλησιαστικοί ἀξιωματοῦχοι, ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνήμποροι νά μᾶς προστατέψουν ἀποτελεσματικά.
Ἀπό παντοῦ ἀδιέξοδα.
.
Κραυγή ἀγωνίας βγαίνει ἀπότά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μας: Μά δέν ὑπάρχει ἐλπίδα πουθενά;
«Ἀπό φωνῆς τοῦ στεναγμοῦ μου ἐκολλήθη τό ὀστοῦν μου τῇ σαρκί μου»(*). Ἀπό την ἀπόγνωσή μου, ἀπό τίς φωνές τοῦ στεναγμοῦ μου, οἱ σάρκες μου ἔλιωσαν και τά κόκκαλά μου κόλλησαν μέ τό δέρμα μου.
«Ἀπό προσώπου τῆς ὀργῆς σου και τοῦ θυμοῦ σου, ὅτι ἐπάρας κατέρραξάς με». Κύριε, ὅλα αὐτάτά λυπηρά, πού συμβαίνουν σ’ ἐμένα, συμβαίνουν ἐξ’ αἰτίας τῆς δικῆς σου ὀργῆς. Ὀργίσθηκες, διότι σέ παρεπίκραναμέ τίς ἁμαρτίες μου.
«Σύ ὠργίσθης και ἡμεῖς ἡμάρτομεν». Ὀργίσθηκες, διότι ἐμεῖς ἁμαρτήσαμε. Ὅλα τοῦτα τά δεινά, Κύριε, τά ὁποῖα συμβαίνουν σ’ ἐμένα, συμβαίνουν, διότι σέ περιφρόνησα. Ἐνῷ ἐσύ πρότερον, ὅταν ζοῦσα σύμφωνα μέ τό θέλημά σου, με ὕψωσες, τώρα ἐπέτρεψες νά πέσω καί νά συντριβῶ, διότι περιέπεσα στην ἀποστασία και στον βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. «Ὑψωθείς δε ἐταπεινώθην».
«Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καί ἡ κραυγή μου πρός σέ ἐλθέτω». Κύριε, σέ ἐγκατέλειψα, σέ πρόδωσα, λάτρεψα ἄλλους θεούς ψεύτικους, ‘’αὐτο είδωλον ἐγενόμην’’. Τό πῦρ τῶν παθῶν κατέκαυσετ ήν ψυχή μου. Δέν ἔσπευσα ἐγκαίρως στήν φιλανθρωπία σου την ἀνεξιχνίαστο, νά βρῶ δροσιά καί ταχεία πυρόσβεση. Κατάντησα ἀπόκαυμα. Ξύλο, πού κάηκε βαθιά και εἶναι ἕτοιμο νά σπάσει καί νά συντριβεῖ. Κύριε, κραυγάζοντας σέ παρακαλῶ, ἄκουσε τήν προσευχή μου.
«Ἐπλήγηνὡσεί χόρτος και ἐξηράνθη ἡ καρδία μου». Κύριε, ὅπως τό χορτάρι ὅταν πληγωθεῖ μαραίνεται, ἔτσι και ἐγώ, ἐπειδή πληγώθηκα ἀπό τά πάθη, ἡ καρδιά μου μαράθηκε.
Κύριε, βαρύ τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας. Βαρύτερη, ὅμως, καί ἡ προδοσία τῆς Πίστεως, στην ὁποία περιπέσαμε.
Τό ἦθος τό κάναμε ἀγνώριστο: Δέν ἔμεινε ἀμαρτία, πού δέν τήν διαπράξαμε. Ἀλλά καί τό δόγμα δέν τό κρατήσαμε ἀναλλοίωτο. Τό παραμορφώσαμε ὑβριστκῶς: Ὀνομάσαμε τίς ψεύτικες καί δαιμονικές θρησκεῖες ‘’ἐκκλησίες’’. Ἀναγνωρίσαμε ἱερωσύνη καί μυστήρια σέ αἱρετικούς, καταδικασμένους ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους. Συλλειτουργήσαμε με ἀχειροτόνητους καί καθηρημένους ρασοφόρους. Προχωρήσαμε σέ γάμους μεικτούς, περιφρονῶντας τίς ἐκκλησιολογικές καί πνευματικές προϋποθέσεις, πού ἔθεσαν οἱ Πατέρες.
«Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ».Εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιόν σου. Σέ παρακαλῶ, μή με ἀποστραφεῖς.
«Σύ δέ, Κύριε, εἰς τον αἰῶνα μένεις καί τό μνημόσυνόν σου εἰς γενεάν και γενεάν». Κύριε, οἱ δικές μου ὑποθέσεις, τά πράγματα τά δικά μου εἶναι εὐκολομετάβλητα και ἀνώμαλα. Ἐσύ, ὅμως, εἶσαι πάντοτε ἀναλλοίωτος, αἰώνιος και ἀθάνατος. Καί ἡ ἐνθύμισή σου εἶναι παντοτινή, τόσο στήν γενεά τοῦ παλαιοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων, ὅσο και στήν γενεά τοῦ νέου λαοῦ τῶν Χριστιανῶν.
«Σύ ἀναστάς οἰκτειρήσεις τήν Σιών, ὅτι καιρός τοῦ οἰκτειρῆσαι αὐτήν, ὅτι ἥκει καιρός». Κύριε, στην εὐσπλαχία σου μονάχα στηρίζουμε την ἐλπίδα μας. Συγχώρεσέ μας και ἐξαπόστειλον τό Ἔλεός Σου ἐπίπάντας ἡμᾶς. Σέ παρακαλοῦμε, ὅπως εὐλόγησες καί στήριξες την Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν, ἔτσι καί τώρα βοήθησέ μας. Ἦρθε ἡ ὥρα νά μᾶς βοηθήσεις. Δέν ἔχουμε ποῦ ἀλλοῦ νά καταφύγουμε. Ὅλοι οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας, αἰσθητοί καί νοητοί, ἄνθρωποι πονηροί καί συνεπίκουροι δαίμονες, ἔχουν πέσει ἐπάνω της νά τήν κατασπαράξουν.
Κύριε, ἁμαρτήσαμε και ἀνομήσαμε ἐνώπιόν σου.
Ἐλεῆμον ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
5.4.2020, δεκαπέντε ἡμέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα.
(*) Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: Ἑρμηνεία εἰς τούς Ψαλμούς τοῦ Προφητάνακτος Δαβίδ. (Ἐκδόσεις ‘’Ὀρθόδοξος Κυψέλη’’).
