Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019 12:13

"Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ" διήγημα του Σταμάτη Μπεκιάρη για το Λιγκοβάνι (σημερινή Ξυλόπολη)

Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΛΙΓΚΟΒΑΝΙ - ΞΥΛΟΠΟΛΗ

Απόψε η άγρια χειμωνιάτικη νύχτα του Δεκέμβρη με φέρνει άθελα σε γλυκές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Ο μανιασμένος βοριάς που κοντεύει να ξεριζώσει τα δέντρα, μου χαρίζει μια φωνή που χάθηκε πια στην ακοή μου αλλά μένει για πάντα στην μνήμη μου. Θυμούμαι πως ένα τέτοιο βράδυ, εδώ και πενήντα πέντε χρόνια καθισμένος γύρω απ’ το μαγκάλι περιμένω ν’ ακούσω το βραδινό παραμυθάκι της γιαγιάς μου.

Ευτυχισμένα χρόνια! Δεν θα σας ξαναδούμε πια ποτέ. Φύγατε μαζί με τόσα αγαπημένα πρόσωπα, σαν όνειρο. Μέρες καλές και χρόνια σεις γεμάτα από χαρά, σαν τα καθάρια φύγατε της Άνοιξης νερά…..

Το καλύβι που κοιμόνταν ο Γιώργος ήταν λίγο παρακάτω από το παλάτι του τρομερού και μυθικά πλούσιου μπέη Τορ Τοπ. Το παλάτι του, όπως έλεγε η παράδοση, ήταν γεμάτο φλουριά ο δε μπέης, ως μυστηριώδης δράκος των μύθων, με τους συντρόφους του, τους δέκα Γκιρτζαλήδες, όχι μόνο τα είχε ασφαλισμένα αλλά και τα πολλαπλασίαζε με επιδρομές κατά των γύρω χωριών, με ληστείες κατά των διαβατών και με ιεροσυλίες.

Τρομοκρατούσε το τέρας εκείνο όλη την περιοχή της Λιγκοβάνης και δεν μπορούσε να σταθεί σε ακτίνα πολλών μιλιών ψυχή ζώσα, ούτε κοπάδι βοσκούσε, ούτε καλύβα ανέδιδε πλέον καπνό. Μόνο κάποιος ήχος φλογέρας κατά καιρό διαπερνούσε το λαγκάδι προερχόμενος από το καλύβι του Γιώργου, σαν να ολίσθαινε από τον ουρανό και χάνονταν μέσα στο παρθένο δάσος ώσπου έσβηνε βαθμηδόν παρασυρμένος από τον ορμητικό Μπογδάνα.

Ο ήχος εκείνος έγινε η καταστροφή του. Ο μπέης μόλις είχε κατορθώσει να καταπνίξει μέσα του τη φωνή της συνείδησής του. Αισθάνθηκε την επίμονη αντήχηση της φλογέρας αγνώστων πιστών να τον ταράζει ως εξωτερικής συνείδησης φωνή. Μήπως ήταν η διαμαρτυρία της εγκόσμιας ζωής; Μήπως η αντίδραση των Θείων νόμων;
Να λοιπόν ο κακός και τιμωρός του δαίμονας! Ένας ήχος γλυκός…αλλά πόσες γλώσσες δεν είχε γιαυτόν.

Οι γλώσσες της φλογέρας μάστιζαν πλέον την ψυχή του και σατανικά λεπτολογούσαν στη μνήμη του μετρώντας τα θύματά του, τα βασανιστήριά τους, τον βαθύ πόνο τους, τα κατεστραμμένα όνειρά τους. Και μια γλώσσα καυστική, πολύ περισσότερο από το κόκκινο πιπέρι που έβαζε στα φαγητά του, ανυπόφορη γλώσσα, σφύριζε στα αυτιά του για τον αιώνιο εφιάλτη του, για ένα παπά πατριαρχικό αδάμαστο, για τον Παπανικόλα. Τον εχθρό του, ο οποίος μια νύκτα έξω από τον πολύπαθο Άγιο Γεώργιο πάλευε μαζί του για ώρες σώμα με σώμα και τον νίκησε, έβαλε το στήθος του κάτω από το γόνατό του και έπειτα τον σήκωσε και αντί να τον θυσιάσει στον θρίαμβο της νίκης του και στο δικαιότατο μίσος του, τον συγχώρησε. Και του απέδειξε μια νύκτα μαύρη έξω από την εκκλησία του που την έκαψε αυτός ότι η φυλή η δική του ήταν άλλοτε χριστιανική και εξισλαμίστηκε εκεί επάνω σε μία άκρη του Βερτίσκου όπου είχε εγκατασταθεί προ αιώνων, ότι ο εαυτός του ο Τορ Τοπ ο Τούρκος μπέης ήταν κάποιος Δημήτριος καταγόμενος από Έλληνες χριστιανούς.
Μετά από λίγο καιρό στασίασαν οι Γκιρτζαλήδες, τα όργανά του, τον συνέλαβαν, τον έδεσαν σε μια χοντρή βελανιδιά, φόρτωσαν στα άλογά τους κάθε θησαυρό και χάθηκαν στα πέρατα της τουρκικής αυτοκρατορίας πάλι όμως ο Παπανικόλας τον έσωσε. Δεν άφησε να τον ψήσουν ζωντανό όπως ψήθηκε κατά διαταγή του ο γενναίος εκείνος προεστός της ερημωμένης πλέον Λιγκοβάνης, ο οποίος τόλμησε να αντισταθεί με το όπλο εναντίον του, όταν άρπαξε την δεκαπενταετή Σωτηρία, τη μελανόφθαλμη ψυχοκόρη του.
Απέναντι από το παλάτι του Τορ Τοπ είχε στήσει το καλυβάκι του ο Γιώργος, ο βοσκός του των τελευταίων ετών.

Το καλυβάκι του Γιώργου, ίσο με δυο παραθυράκια, είχε μια φουντωτή και μεγάλη αμυγδαλιά φυτρωμένη έξω από την πόρτα του. Στον ίσκιο της από κάτω έκανε πάντα μεσημέρι ο Γιώργος. Εκεί έβγαινε και κοιμόνταν όλα τα βράδια ενώ τον νανούριζε ο γλυκόσυρτος ήχος του Μπογδάνα, του κίτρινου ποταμού. Τη μέρα εκείνη ο Γιώργος είδε κι έπαθε ως να σουρουπώσει. Με το σουρούπωμα η Σωτηρία πάλι ήταν στην πόρτα της και τον παρήγγειλε να λαλήσει τη φλογέρα για να τον ακούσει. Απόψε για χάρη της θα λαλήσω ως τα μεσάνυκτα θα την κάνω να με θαυμάσει και ν’ απομείνει με το στόμα ανοικτό…..

Είχε νυχτώσει καλά, το φεγγάρι ήταν άφαντο μοναχά τ’ αστέρια έφεγγαν στον ουρανό, όταν ο Γιώργος βγήκε έξω από το καλύβι του έκατσε σταυροπόδι κάτω από την αμυγδαλιά, πήρε τη φλογέρα κι αρχίνησε να λαλάει. Με το πρώτο λάλημα η κυρά βρέθηκε στο παραθύρι κι εκεί ακουμπισμένη σε μια πολυθρόνα αφουγκράζονταν τη φλογέρα. Ο Γιώργος λαλούσε με τον γλυκύτερο ήχο. Έπαιζε τα καλύτερα μοιρολόγια τα καλύτερα τραγούδια, λες και χύνονταν σαν ποτάμι απ’ τη φλογέρα οι καημοί της νιότης, ο πόνος και το παράπονο της καρδιάς του. Νόμιζες πως όλα τ’ αηδόνια της λαγκαδιάς ήταν συναγμένα μέσα στη φλογέρα και τραγουδούσαν. Τραγουδούσε το στέναγμα που κάνει ο βοριάς τον χειμώνα μες στα δέντρα, τραγουδούσε το κλάμα και το παράπονο του ερημίτη γκιώνη, τραγουδούσε το ήσυχο σονάρισμα της βρύσης και το γλυκό μουρμούρισμα του αυλακιού. Έπαυε να ξαποστάσει για λίγο, γιατί αλάφρωνε και λάδωνε τον πόνο της καρδιάς του και άρχιζε πιο δυνατά πιο γλυκά από πρώτα. Πότε ανέβαινε η ψυχή του με τη φλογέρα του στον ουρανό, πότε χαμήλωνε στα κατάβαθα της γης. Πότε έτρεμε όπως τρέμουν τα φύλλα των δέντρων τα δειλινά του Μάη, πότε ξεψυχούσε, πότε ζωντάνευε…

Τα τραγούδια αυτά που έβγαιναν απ’ τη φλογέρα τα ρουφούσε η ψυχή της Σωτηρίας, όπως το ξερό και διψασμένο χώμα ρουφάει τη δροσιά. Έγερνε το κεφάλι λιγωμένη στην πολυθρόνα κι ήθελε ποτέ ποτέ να μη έπαυε η φλογέρα, ποτέ να μη σηκωθεί απ’ εκεί. Όλα εκείνα τα στενάγματα, οι πόνοι, οι καημοί και τα παράπονα που έβγαιναν βραχιά απ’ τη φλογέρα χαράχτηκαν στην καρδιά της τόσο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει καλά, καλά, αν αυτή τραγουδούσε η ο Γιώργος με τη δική της καρδιά με το δικό της στόμα. Έπηζε ο Γιώργος τη φλογέρα….

Στ’ αυτιά της όμως και στην καρδιά της λαλούσε ακόμα. Δεν μπορούσε να χωρίσει στο νου της το βοσκό απ’ τη φλογέρα και τη φλογέρα από το βοσκό. Κατάλαβε αργότερα, όταν πήγε να κοιμηθεί πως τα ήθελε, τα αγαπούσε και τα δυο περισσότερο κι’ απ’ τη ζωή της κι από το Μπέη. Τον Μπέη πολύ τον μισούσε, ποτέ ως τώρα με τα τόσα γλυκά λόγια που της έλεγε δεν μπόρεσε να κάνει την καρδιά της να χτυπάει και να λαχταράει έτσι όπως χτυπούσε και σπάραζε για τη φλογέρα του Γιώργου…. Ήρθε κι ο Μπέης απ’ το Πρεμέτι που είχε πάει να μπάσει παράδες στην κάσα για τα δέκατα και είδε την κυρά του βαρειασυλλογισμένη. Το κεφάλι της, τα χέρια της φλόγιαζαν. Είπε κι αυτός στην αρχή πως θα είναι άρρωστη για τούτο είναι αδιάθετη. Οι μέρες περνούσαν, η μια κοντά στην άλλη και η λύπη δεν άφηνε την τρυφερή ψυχή της κυράς. Στα χαμένα καρτερούσε ο κακόμοιρος Μπέης, μέρες και βδομάδες μέσα κλεισμένος κοντά στη γυναίκα του, να έρθει η πρώτη χαρά στην καρδιά της….. Της έλεγε τα γλυκύτερα λόγια, της αγόραζε τα καλλίτερα στολίδια και φορέματα, έπαιζε και γελούσε μ’ αυτήν, της μολογούσε τα πιο παράξενα παραμύθια και τις πιο αστείες ιστορίες, την έβγαζε περίπατο στις στάνες, στ’ αμπέλια, τη γλεντούσε σε όλα τα γλέντια του χωριού για να μπορέσει να της φέρει το πρώτο γέλιο στην ψυχής της, την πρώτη όρεξη κι ευτυχία. Μα στάθηκε αδύνατο. Η κυρά όταν μιλούσε ο Μπέης δεν άκουγε παρά μόνο τη φλογέρα του Γιώργου, που είχε πάντα στ’ αυτιά της. Και την πονεμένη της καρδιά δεν λάδωναν παρά τα τραγούδια του Γιώργου. Η μέρα γι’ αυτήν ήταν κόλαση. Η συντροφιά του Μπέη τη στενοχωρούσε πάρα πολύ. Καρτερούσε με λαχτάρα πότε να νυχτώσει πότε νάρθει το σκοτάδι να σκεπάσει τη λύπη της, να μη τη βλέπει ο Μπέης.

Ήθελε να κάθεται ολομόναχη στο σιδερένιο μπαλκόνι π’ αγνάντευε το καλύβι του Γιώργου, να κουβεντιάζει με τη γλυκιά και αχώριστη σκέψη της. Ήθελε να παραδίνεται σ’ αυτήν ολάκερη κι’ ας την κατάστρεφε ας τη τρυπούσε τα νιάτα. Αυτό δεν το λογάριαζε. Και κάθε βράδυ παρακαλούσε το Μπέη με παράπονο να την αφήνει ν’ ακούει τη φλογέρα γιατί κάπως της άρεσε την έκανε καλύτερα. Ο Μπέης, που τίποτε δεν της αρνιόταν, βλέποντας πως η κυρά του με τη φλογέρα του Γιώργου γιατρεύονταν για μια στιγμή, της έδωκε την άδεια να κάθεται μονάχη στο μπαλκόνι όσο ήθελε. Κι εκεί καθισμένη η κυρά κάθε βράδυ, ένιωθε να σταλάζει στον πόνο της πληγής της βάλσαμο κι αγάλιασμα άφθονο από την ησυχία της νύχτας, γη γλυκιά λάμψη του φεγγαριού από τα λυγερά τραγούδια της φλογέρας του Γιώργου.

Ο Μπέης έξυπνος άνθρωπος και άγρυπνος, καθώς όλοι οι ζηλιάρηδες βλέποντας την κυρά του κάθε βράδυ να τον αφήνει στον ύπνο και να πετάγεται απ’ το κρεβάτι για ν’ ακούει έξω στο μπαλκόνι τη φλογέρα του βοσκού υποπτεύθηκε με μιας πως ο χαλασμός της ευτυχίας του και της χαράς του σπιτιού του ήταν ο βοσκός με τη φλογέρα του. Αλλιώς δεν μπορούσε να το εξηγήσει πως όλη την ημέρα που δεν ήταν ο Γιώργος η κυρά του γίνονταν του πεθαμού και το βράδυ πάλι ζωντάνευε και χαίρονταν ακούγοντας τη φλογέρα. Αυτός πρέπει να λείψει να λείψει απ’ εδώ είπε. Και ένα πρωί ντύνεται τ΄ άρματά του και πριν ακόμα φέξει καλά, έρχεται στον βοσκό και τον διατάζει να φύγει από το τσιφλίκι του το γρηγορότερο αλλιώς να το σκεφτεί καλά. Ο Γιώργος παιδί παλικάρι του αιτιολογήθηκε θυμωμένος ότι αυτός τον μπέη δεν τον γνωρίζει. Εκείνοι που τον διόρισαν βοσκό εκείνοι μπορούν να τον διώξουν πάλι. Ο μπέης τον φοβέριζε κι αυτός δεν ένιωθε καθόλου τα λόγια του. Είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Μάτια είχε μα δεν έβλεπε τίποτε γύρω του.

Αυτιά είχε μα δεν άκουγε. Ψωμί στον ύπνο του δεν έβανε. Ύπνος γλυκός δεν τον έπιανε. Όλη τη νύχτα κι όλη την ημέρα ήταν με τη φλογέρα στο στόμα. Είχε ξετρελάνει τα πουλιά του λόγγου με τη φλογέρα του. Τα γίδια που έβοσκε στάλιζαν κι αυτά νηστικά ακούγοντας τα πονετικά τραγούδια του. Πουθενά ησυχία δεν είχε.

Ήτανε μήνας τρυγητής. Σύννεφα πυκνά και μαύρα είχαν σκεπάσει τον ουρανό γεμάτα από βροντές και αστραπές. Κάμποσες γυναίκες, που είχαν πάει στο λόγγο για ξύλα γύρισαν ίσα με το δειλινό στο χωριό σκούζοντας. Βρήκαν τον καημένο το Γιώργο, τον βοσκό τους σκοτωμένο απάνω σ’ ένα μάρμαρο. Κρατούσε ακόμα σφιχτά στα χέρια του τη φλογέρα έτοιμος να τη λαλήσει. Τριγύρω στέκονταν τα γίδια του και βέλαζαν κι αυτά λυπημένα. Ένα σκυλί δικό του είχε ανεβεί επάνω στο μάρμαρο κοντά στο κεφάλι του και ούρλιαζε λυπητερά. Ο νοτιάς που φυσούσε με δύναμη ανάμεσα στα πεύκα θρηνούσε και στέναζε σαν να είχε πάρει από το ξεψύχισμα του Γιώργου το θρήνο και το παράπονό του. Όλο το χωριό συμπαθούσε κι έκλαιγε τα νιάτα του Γιώργου.

Μα δεν είχε σταμάτημα, έλεγε μια γριά σε κάμποσες άλλες γριούλες, σαν να μάντευαν τα μελλούμενα… Άλλες πάλι έλεγαν πως απ’ το πολύ και ζηλεμένο λάλημα, που έκανε, μαζεύτηκαν τα ξωτικά όλα και του πήραν τον ίσκιο για τούτο πέθανε. Ο καθένας και το λόγο του. Ο μπέης όμως στέκονταν στο μπαλκόνι χαρούμενος και έκανε γούστο με τις ανοησίες του κόσμου και μουρμούριζε: Το κεφάλι του το έφαγε η φλογέρα….τούδωσα και κατάλαβε καλά με ποιον είχε να κάνει…ο μπέης δεν χωρατεύει…
Έξω έπεφτε βροχή με το καντάρι. Η κυρά όταν έμαθε την κακή αυτή είδηση ήταν μέσα. Εκεί που αφουγκραζόταν τα σκούγματα του κόσμου σιάχτηκε. Τα μάτια της θόλωσαν της ήρθε μια αντάρα και μια ζάλη στο κεφάλι, δεν μπόρεσε να βαστάξει ορθή παρά πήγε και πλάγιασε ίσα στο κρεβάτι της. Εκεί ξαπλώθηκε σαν αναίσθητη… Μπήκε κι ο μπέης μέσα….. Την είδε ξαπλωμένη και τάχασε! Έτρεξε ανήσυχος, της έπιασε τα χέρια, το κεφάλι, που ζεματούσε απ’ την κάψη. Τη ρώτησε τι έχει και είναι έτσι… Από τη μέρα εκείνη δεν σήκωσε πια κεφάλι η κυρά. Είχε γίνει ζωή βασανισμένη. Δεν ήθελε να βλέπει το φως, ν’ ακούει ανθρώπινες κουβέντες…. Κι όταν την έπιανε μεγάλη ζέστη, τίποτε άλλο δεν φώναζε χαμένη μέσα στον βαθύ τον ύπνο της παρά, «θέλω τη φλογέρα…».

Στο παραμίλημα αυτό νιώθοντας ο μπέης πως η γυναίκα του αρρώστησε και κόντευε να πεθάνει για τον βοσκό, λύσσιαζε απ’ το κακό του. Κι όσο την αγαπούσε τόσο και τη μισούσε. Όσο λυπόνταν τόσο και χαίρονταν. Δεν ήθελε όμως και να πεθάνει. Γι’ αυτό έφερε τους καλλίτερους γιατρούς από τη Θεσσαλονίκη και μάζεψε τα γιατρικά όλου του κόσμου να την γιατρέψει. Αυτή γιατρεμό δεν είχε. Οι γιατροί του είπαν πως έπαθε από μαρασμό.

Σε λίγους μήνες ύστερα, αφού έθαψαν τον βοσκό οι χωριάτες θρηνούσαν και έθαφταν την κυρά τους. Ο μπέης το έριξε κατόπι στο πιοτό για να λησμονήσει τη λύπη του. Έκανε σαν τρελός και πολλές φορές στην απελπισία του μετάνιωνε κι έλεγε, ας ζούσε ο βοσκός και να είχα τη γυναίκα μου.

Τώρα από το όμορφο και ψηλό εκείνο παλάτι η ευτυχία έφυγε και μέσα κατοίκησε η μαύρη δυστυχία και βασίλεψε η ερημιά. Τα παράθυρα του ποτέ δεν άνοιξαν. Φωνή χαρούμενη ποτέ δεν ακούστηκε να βγαίνει από μέσα. Ο κήπος κι η αυλή γέμισαν με θεριεμένα αγκάθια και το μπαλκόνι της κυράς άρχισε να γκρεμίζεται.
Μέρες – μέρες όμως μετά το θάνατο και της Σωτηρίας μεγάλος σαματάς γινόταν μέσα στο φαράγγι κάτω από το σπίτι του Γιώργου. Ο Μπογδάνας που κυλούσε στο βάθος του άφηνε τα νερά του να κατρακυλούν με θόρυβο, από βράχο σε βράχο, να σχηματίζουν εδώ κι εκεί μικρές λιμνούλες και τέλος να γκρεμίζονται από ψηλά, εκεί που το φαράγγι τέλειωνε, σχηματίζοντας ένα θεαματικό καταρράκτη.

Δεξιά κι αριστερά, στις πλευρές του φαραγγιού, ανέβαιναν διάφορα αναρριχητικά φυτά, έφταναν τα δέντρα που ήταν φυτρωμένα στην άκρη του φαραγγιού, σκάλωναν στους κορμούς τους, μπλέκονταν στα κλαδιά τους και τ’ ανάγκαζαν από το τέντωμα, να βαραίνουν και να γέρνουν στο άνοιγμα του φαραγγιού, κάνοντάς τα έτσι, να μοιάζουν έτοιμα να ρουφήξουν το νερό που έτρεχε στο βάθος του.

Σ’ αυτό το φαράγγι πολλές μεταμεσημεριάτικες ώρες πρόβαλε μέσα από τ’ αναρριχητικά φυτά πρώτα ένα κεφάλι με κατάξανθα μαλλιά, μετά ένα ροδαλό πρόσωπο με μελανόφθαλμη ματιά, και τέλος ένα θείο χυτό κορμί, σκεπασμένο μ’ ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα κρατώντας στο να χέρι ένα αδράχτι και στ’ άλλο μια ρόκα άδεια…. Ήταν η μικρή βασίλισσα του φαραγγιού, η Σωτηρία, που όλοι ήξεραν πως κατοικούσε σ’ αυτό. Η μικρή βασίλισσα έβγαινε από τα’ αναρριχητικά φυτά τεντώνονταν, άφηνε σε μια άκρη τη ρόκα και τ’ αδράχτι, έριχνε από πάνω της τ’ αραχνοΰφαντο φόρεμά της, πιάνονταν από ένα κλωνί αναρριχητικού φυτού, έφτανε στο ύψος των χειλιών του φαραγγιού, ζυγιαζόταν στο κέντρο του κι’ άρχιζε μετά να κατεβαίνει προς το βάθος, όπως κατεβαίνει η αράχνη. Μόλις τα πόδια της πατούσαν στο νερό δεχόταν το θείο κορμί της, μια υπερκόσμια μουσική. Απλώνονταν γύρω όλα μέσα στο φαράγγι τραγουδούσαν τη χαρά της βασίλισσάς τους, καθώς έπαιρνε το μπάνιο της ……

Όταν καμιά βραδιά καλοκαιρινή ακουγόταν στην αντικρινή τη ράχη και στη λαγκαδιά η φλογέρα κανενός βοσκού όλοι ανατρίχιαζαν θυμούνταν το Γιώργο και μουρμουρίζουν. Η φλογέρα που σκοτώνει…..

Μπεκιάρης Σταμάτης

   ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Λουτρών 62 - Λαγκαδάς

Phone: (23940) 25472

Mobile: 6937 027424

Email: info@lagadas24.gr  

© 2017 Expertin Danas