Είναι πρωί και ανεβαίνω το στενό Καλντερίμι της οδού Μελενίκου απέναντι από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είχαν περάσει αρκετές ημέρες που τελείωσα τις εξετάσεις στην Στρατιωτική Ιατρική και δεν πέρασα.
Τότε οι εισαγωγικές εξετάσεις στην Σχολή γινόταν στα κτίρια της ΣΣΑΣ. όπως και τα αποτελέσματα έβγαιναν εκεί . Βέβαια όλοι οι υποψήφιοι πηγαίναμε στη Αθήνα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις και μετά στο Γουδί για Αθλήματα και Τεστ.
Έμενα για λίγες ημέρες σε ένα διώροφο ξενοδοχείο Ρίτσ στην Βερανζέρου και εκεί συναντηθήκαμε τυχαία με τον αξέχαστο Παναγιώτη Μποζίνη αριστούχο (19.9) του Γυμνασίου Λαγκαδά και μεταξύ των πρώτων εισαχθέντων στην ΣΣΑΣ και αγαπητό γείτονά μου ντυμένο με την λευκή στολή του ανθυπιάτρου και το ξιφάκι του πήγαινε πρωί στο Στρ. Νοσοκομείο.
Χάρηκε που έδινα και εγώ εξετάσεις στην ΣΣΑΣ και μου ευχήθηκε καλή επιτυχία. Όσοι περνούσαμε από τους γιατρούς και τα τέστ ερχόμασταν στην Θεσσαλονίκη και δίναμε γραπτές εξετάσεις στην Έκθεση Φυσική Χημεία Ιστορία Γεωγραφία. Πρώτο μάθημα ήταν η Έκθεση με κατώτερο βαθμό το 14 αν έπαιρνες την βάση αυτή συνέχιζες στο επόμενο που ήταν η Φυσική με την ίδια βάση 14 και συνέχιζες στην Χημεία με την ίδια βάση αλλά εδώ χρειαζόταν και ο μέσος όρος 14 Φυσικής Χημείας και για μια μονάδα έμεινα εκτός ΣΣΑΣ.
Επειδή για στην πολιτική Ιατρική χρειαζόταν Έκθεση Φυσική Χημεία και Βιολογία ανέβαινα την Μελενίκου να βρω κανένα παλιό βιβλίο Βιολογίας γιατί στην ΣΣΑΣ δέν είχε στις εισαγωγικές εξετάσεις την Βιολογία .
Τυχαία βρεθήκαμε με ένα φίλο που και αυτός δεν πέρασε στην ΣΣΑΣ και μου είπε ότι το ίδιο πιστοποιητικό γεννήσεως που κατέθεσα στην ΣΣΑΣ μπορούσα να το πάρω και να το καταθέσω στο Πανεπιστήμιο για τις εξετάσεις της Ιατρικής σε λίγες ημέρες. Έτσι πήγα στην ΣΣΑΣ και πήρα το πιστοποιητικό που είχε καταθέσει ο πατέρας μου στην Στρατιωτική Ιατρική που στεγάζεται και σήμερα ακόμη στα ίδια κτίρια
Πήρα το πιστοποιητικό και πήγα στο σπίτι που καθόμουν μαζί με τον συμμαθητή και φίλο μου Βασίλη Σκαρλάτο στην Ιωαννίνων 2 κοντά στο Γαλλικό ινστιτούτο στην Ευζώνων. Άνοιξα την τσάντα μου να τακτοποιήσω και τα άλλα χαρτιά που χρειαζόταν την άλλη μέρα να καταθέσω στην Ιατρική Σχολή για τις εξετάσεις. Σε λίγο ήλθε και ο καλός φίλος μου από την πρώτη τάξη Γυμνασίου Βασίλης που ετοιμαζόταν να δόση στο Πολυτεχνείο. Πιάσαμε την συζήτηση για τις οικονομικές δυνατότητες των γονιών μας και τις δυσκολίες που θα βρούμε μπροστά μας αν πετύχουμε στο Πανεπιστήμιο πιάσαμε και μια άλλη κουβέντα και σχεδόν μας πήρε το ξημέρωμα. Ο Βασίλης ήταν άριστος στα μαθηματικά και τον είχαμε σίγουρο για το Πολυτεχνείο κατά κακή του τύχη δεν έγραψε καλά στην Έκθεση και πέρασε την επόμενη χρονιά στο Πολυτεχνείο.

Εγώ ήμουν τυχερός γιατί πρόλαβα και έδωσα την ίδια χρονιά 1960-61 και πέρασα στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Τότε η εγγραφή ήταν δύο χιλιάδες δραχμές και τα βιβλία που αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία έγραφαν το όνομά μας και το κοινοποιούσαν στους καθηγητές γιατί τις εξετάσεις οι περισσότεροι τις έκαμναν προφορικά και γνώριζαν αν πήραμε το βιβλίο τους και ανάλογα αποφάσιζαν. Στο τρίτο έτος στην βιοχημεία την στιγμή τών εξετάσεων με ρώτησε ο καθηγητής τι δουλειά κάνει ο πατέρας μου και του απάντησα γεωργός και ήλθες να γίνεις γιατρός και φυσικά με έκοψε. Βέβαια στον πρόλογο του βιβλίου του έγραφε ότι και ο πατέρας του και ο παππούς του ήταν καθηγητές Πανεπιστημίου με πίκρανε τότε αλλά όταν τελείωσα την Ιατρική συλλογίστηκα μήπως είχε λίγο δίκιο με την δική του κουλτούρα αφού ο χορτάτος ποτέ δεν καταλαβαίνει τον νηστικό.
Ό πατέρας μου ήταν ένας άξιος και εργατικός μπαξεβάνης νοικοκύρης με ένα μικρό μπαξέ 3,5 στρέμματα που τον έφτιαχνε να τον λιμπίζεται άνθρωπος,αλλά δεν είχε οικονομική ευχαίρεια να με βοηθήσει πολύ και ζήτησα την βοήθεια από τον αδελφό της μάνας μου θείο μου Γιάννη Μαρμούρη και τον ευγνωμονώ μέχρι και σήμερα.
'Ο μπάρμπα Κώτσιος ξημέρωμα Κυριακή πήγαινε στην εκκλησία γιατί ήταν και Επίτροπος στην ‘Αγία Πάρασκευή.Το Πάσχα μετά την Ανάσταση στην αυλή της εκκλησίας κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια, ξαναγυρίζαμε μέσα στον ναό και ακούγαμε την χαρμόσυνη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου με το Χριστός Ανέστη να λέει ο παππάς και αληθώς Ανέστη να απαντούμε εμείς μέσα σ’αυτή την χαρούμενη μυσταγωγία κοινωνούσαμε όλοι και μας μοίραζε από ένα κόκκινο αυγό ο παππάς, μεσάνυχτα και μαζί με την μάνα μου Βαγγελιό με αναμμένες λαμπάδες πηγαίναμε στο σπίτι που αφού θυμιάτιζε ο πατέρας μου στο πασχαλινό τραπέζι με όλα τα καλά , μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον φτωχικό αλλά με πολύ αγάπη και ανθρωπιά τρώγαμε την ζεστή μαγειρίτσα.
Μέχρι την ημέρα που πέρασα στην Ιατρική μεγάλωσα στο πατρικό μου σπίτι στον Λαγκαδά που είχε ένα δωμάτιο και μια μικρή κουζίνα και διάβαζα μέχρι την τετάρτη Γυμνασίου με γκαζόλαμπα και μετά με ηλεκτρικό ρεύμα.
Βοηθούσα τον πατέρα μου στα χωράφια και κοντά του έμαθα να είμαι έντιμος και πώς βγαίνει το ψωμί. Έτσι γνώριζα όλους τους γεωργούς και μπαξεβάνηδες του Λαγκαδά γι'αυτό και τούς θυμάμαι ακόμη.
Δούλεψα εργάτης στο εργοστάσιο της Ε.Γ.Σ.Λ. δύο καλοκαίρια 1960 και 1961 και μετά το 1962 νοίκιασα ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη μπροστά στην Μέριμνα του παιδιού Βασ.Σοφίας ,τότε έφερα και τους γονείς μου κοντά μου και τελείωσα με την βοήθεια τους την Ιατρική
Πήγα στρατιώτης στην φιλόξενη Δράμα και καλή μου τύχη αμέσως μετά το στρατό πήγα πάλι στην Καλλίφυτο Δράμας Αγροτικός Γιατρός. Στην Δράμα πήγαινα κάθε μέρα και στο Υγειονομικό Κέντρο για έλεγχο των βιβλιαρίων των Δ.Υ. Μια ημέρα μου έστειλε ο Νομίατρος σε ένα χωριό μέσα στο δάσος κοντά στο Νέστο να εξετάσω δύο χωρικούς γιατί τους έδειρε το παιδί τους που ήταν 18 ετών, πήγα στο χωριό που όλοι οι κάτοικοι ήταν τρείς .Εξέτασα προσεκτικά τους γονείς που μου είπαν τον καημό τους και ανάφερα τον λόγο στον Νομίατρο.
Εκείνη την ήμερα λυπήθηκα και τους γονείς και το παιδί τους όταν έμαθα για τον λόγο που έγινε ο καυγάς.Για τον ίδιο λόγο όταν ήμουν και εγώ 18 χρόνων αγάπησα περισσότερο τους γονεις μου.
Έφυγα από την Δράμα νωρίς στο μικρό χωριάτικο σπίτι που έμενα στην Καλλίφυτο άναψα την σόμπα με τα ξύλα γιατί εξω άρχιζε να χιονίζει και διαβάζοντας το [πίσω μου στέκι ο Θεός] του HANS KILLIAN με πήρε ήσυχα ο ύπνος.
Παντρεύτηκα την Νίνα Νιάπου Καθηγήτρια Αγγλικών και έχω δύο παιδιά την Ευαγγελία Δικηγόρο και τον Παναγιώτη Κτηνίατρο με εξειδίκευση στα Γεράκια. Υπηρέτησα στα Νοσοκομεία Καβάλας και ΑΧΕΠΑΝΣ Θεσσαλονίκης και πήρα την Ειδικότητα του Παιδιάτρου.
Δούλεψα στο ΙΚΑ και ελεύθερος Επαγγελματίας και όταν έγινε το ΕΣΥ έκλεισα το Ιατρείο μου και υπηρέτησα στο ΕΣΥ με το βαθμό Διευθυντού απ' όπου πήρα και την σύνταξή μου μετά τριάντα πέντε χρόνια υπηρεσίας.
Το 1995 μέχρι 1998 οι πατριώτες μου με τίμησαν και με εξέλεξαν Δήμαρχο Λαγκαδά. Υπηρέτησα με εντιμότητα και αγάπη την γενέτειρά μου .
Πέρασαν τα χρόνια και θυμήθηκα την ημέρα που πήρα το πιστοποιητικό από την ΣΣΑΣ για να το καταθέσω στο Πανεπιστήμιο για να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στην Ιατρική.
Αρχικώς ξαφνιάστηκα όταν διάβασα για πρώτη φορά το πιστοποιητικό αλλά ήρεμα αφού χαμογέλασα ήλθαν στο θυμικό μου γεγονότα που άρχιζαν από την γέννησή μου και έφθαναν μέχρι εκείνο το βράδυ του Αυγούστου του 1960 που συζητώντας με τον Βασίλη μας πήρε το ξημέρωμα.
Νόμιζα πως βρισκόμουν στην γιορτή του Αυγουστιάτικου Φεγγαριού είδα τον Αυγερινό που και αυτός πέρναγε γρήγορα και μας βρήκε το πρωί.
'Ρώτησα εκείνο το βράδυ τον αγαπητό μου φίλο Βασίλη για τους δικούς του και για τους δικούς μου γονείς φτωχούς αλλά γεμάτους καλοσύνη. ‘Ο Βασίλης όταν πήγαινε στο Γυμνάσιο Λαγκαδά καθόταν σε μακρυνούς συγγενείς μου που από αυτούς γνώριζε την ζωή μου που εγώ δεν την γνώριζα όλη.
Έφερα στο μυαλό μου την Κλινική Μουτσούδη στο Βαρδάρη Θεσσαλονίκης όταν κόντεψα να πεθάνω πέντε χρόνων και με παρακολουθούσε ένας Στρατιωτικός γιατρός από την 'Οσσα Κώστας Δανιηλίδης και διέγνωσε ότι είχα τύφο και παράτυφο και για να σωθώ είπε ο γιατρός στον πατέρα μου να βρει πενικιλίνη.'Ο πατέρας μου το 1947 όργωσε ένα βράδυ όλη την Θεσσαλονίκη για να βρει πενικιλίνη που μόλις άρχισε να κυκλοφορεί στην Ελλάδα .
Θυμάμαι ακόμη και σήμερα μετά από 71 χρόνια ότι λόγω αδυναμίας και καταβολής αρκούδιζα και άρχισα να περπατώ μετά από μήνες . Θυμάμαι 14 Σεπτέμβρη του 1947 σηκώθηκα μόνος μου από το κρεβάτι και πήγα τοίχο τοίχο στην κουζίνα να δω τους γονείς μου και ξαφνιάστηκαν όλο χαρά που ξαναπερπάτησα . Ήταν του Τιμίου Σταυρού και μέχρι σήμερα και η μάνα μου πήγαινε και η γυναίκα μου πάει λειτουργιά στην εκκλησία την ημέρα ύψωσης του Τιμίου Σταυρού.
Θυμήθηκα τον φίλο μου Νικόδημο που παίζαμε μαζί στην μουσική του Δήμου και μία ημέρα πήγαμε στον μπαξέ του πατέρα τού Νικόδημου και είδα πρώτη φορά να ποτίζουν τον μπαξέ με τσάρκ. Φέρνω στο μυαλό μου την Γιαγιά Γαρυφαλλιά που ερχόταν στην γειτονιά μας να επισκεφθεί την κόρη της Ολγα και σταματούσε στο δρόμο να με χαϊδέψη τόσο στοργικά που καταλάβαινα ότι με αγαπούσε.
Τελείωσα το Δημοτικό και όταν πέρασα τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο Λαγκαδά πρώτος με πλησίασε μια κυρία άγνωστη με είπε μπράβο και πρόσθεσε είσαι και δικό μας παιδί, έμεινα με την απορία γιατί μου είπε είσαι και δικό μας παιδί αλλά δεν με απασχόλησε ποτέ να το ξανασκεφτώ .
Συναισθανόμουν την μεγάλη αγάπη της γιαγιάς μου Στεργιανής Μαρμούρη γιατί ήμουν εγγονός της, της Θείας μου Μαρίκας του θείου μου Κώστα και Γιάννη και επειδή ήταν αδέλφια της μάνας μου Βαγγελιός δεν ήταν υπερβολικό να μ'αγαπούν πολύ αφού ήμουν ο ανεψιός τους.
Το 1975 διορίστηκα στο ΙΚΑ Καβάλας και μετά μετατέθηκα στο σταθμό Α’ Βοηθειών ΙΚΑ Θεσσαλονίκης και άνοιξα ιατρείο στον Λαγκαδά.Μια μέρα μετά από χρόνια αφού αναπαύθηκαν οι γονείς μου συναντηθήκαμε με τον παιδικό μου φίλο Νικόδημο και μου είπε ότι και ο πατέρας του πέθανε. Συλληπητήρια του είπα για τον πατέρα σου και να βρεθούμε κάποια μέρα όταν ξαναέλθης στον Λαγκαδά. Θα προσπαθήσω να έλθω στο Ιατρείο σου μια μέρα να θυμηθούμε τα παλιά Νίκο.
. Ηταν δυο χρόνια μικρότερος αλλά οι σχέσεις μας και η φιλία μας ήταν περισσότερο στην μουσική του Δήμου. Δεν είχαμε οικογενειακές σχέσεις αλλά υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση από την παιδική μας ηλικία. Αυτός κατοικούσε εκτός Λαγκαδά και εγώ έκλεισα το Ιατρείο μου στον Λαγκαδά αφού πήγα στο ΕΣΥ. Ετσι δεν έγινε ποτέ η συνάντηση στο Ιατρείο.
Μια μέρα μου τηλεφώνησε και με προσκάλεσε να πάω στο εξοχικό του στους πρόποδες του Ολύμπου δέχθηκα την πρόσκληση και με την γυναίκα μου ένα Κυριακάτικο πρωινό φθάσαμε στο μικρό εξοχικό του. Ολο χαρά μας σύστησε την γυναίκα του έκοψε ντομάτες και αγγουράκια από το μπαξέ του έβαλε τσίπουρο στα ποτηράκια μας και τα τσουγκρίσαμε. Η γυναίκα του Νικόδημου κάποια στιγμή του φαγητού χαριτολογώντας λέει εσείς οι δυό μοιάζετε στα μάτια και το μέτωπο εγώ γελώντας συμπλήρωσα μόνο που ο Νικόδημος έχει μάτια μπλε και εγώ έχω μαύρα .
‘Ο πατέρας μου με τον πατέρα του ηταν γνωστοί και φίλοι απο χρόνια και είχαν περάσει χαρές και πίκρες που τις πήραν μαζί τους φεύγοντας απ'αυτόν τον αδικο και ψεύτικο ντουνιά .Περάσαμε εκείνη την Κυριακή όμορφα και αφού τον ευχαρίστησα γύρισα στο σπίτι μου στην Θεσσαλονίκη.
Ένα Σάββατο τών ψυχών πήγα στα κοιμητήρια του Λαγκαδά να ανάψω ένα κερί στους γονείς μου και επειδή στην μικρή κοινωνία μας είναι όλοι συγγενείς και φίλοι ανάβω και σ'αυτούς ένα κεράκι λέγοντάς τους και ένα γειά σου.
Αυτό το Ψυχοσάββατο μετά 33 χρόνια από τον Αύγουστο του 1960 ανάβοντας ένα κεράκι σε ένα ξεχασμένο από χρόνια φίλο έπεσε το βλέμμα μου δίπλα σε έναν όμορφο μαρμάρινο σταυρό με δύο μικρά αγγελούδια να πετούν προς στον ουρανό και στην βάση τού μαυρισμένου από τα πολλά χρόνια σταυρού διάβασα το όνομα Χρυσή 23 ετών 3-5-1942 που είναι η ημερομηνία της γέννησής μου.
Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου που έμεινε γλυκιά χαρακιά στην ψυχή μου.
Συγκινήθηκα γιατί από την ημέρα που είχα διαβάσει το πιστοποιητικό γεννήσεως μου τον Αύγουστο του 1960 δέκα οχτώ χρόνων έμαθα ότι η μάνα μου πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία της μήτρας και με πήρε και με μεγάλωσε η αδελφή της Ευαγγελία .
Μετά 33 χρόνια από το 1960 και 51 από την γέννησή μου με αξίωσε ο Θεός να βρω τυχαία τον σταυρό της Μάνας μου Χρυσής που ψυχορραγώντας άκουσε το κλάμα μου μια Κυριακή πρωί την ώρα που έφευγε ο Αυγερινός και έφυγε ήρεμα μαζί του στις 3-5-1942 σαν δροσοσταλιά του Μάη, αφού μου έδωσε την πνοή της και την ευλογία της να ζήσω.
Θα ήμουν ευτυχισμένος αν την εύρισκα να την ευχαριστήσω και να θυμίσω στην ψυχούλα της ότι όλα αυτά τα χρόνια την έψαχνα και την λάτρευα χωρίς να φανερώσω το μυστικό μου στους αγαπημένους μου γονείς (Κώστα και Ευαγγελία) και τους άφησα να φύγουν ήρεμοι και ευτυχισμένοι παίρνοντας το μυστικό μαζί τους τους γιατί με πολύ αγάπη με μεγάλωσαν και με σπούδασαν.
Ήταν ένα μυστικό άγγιγμα ψυχής στην μικρή κοινωνία μας που το ήξεραν πολλοί και δεν ήθελαν από ευγένεια να το συζητήσουν μαζί μου και τους ευχαριστώ γιατί ελάχιστοι μέχρι σήμερα ήξεραν οτι το γνώριζα και εγώ από τα δέκα οχτώ μου χρόνια.
Σήμερα για να τιμήσω και αυτούς που με έφεραν στον κόσμο αυτόν και αυτούς που με μεγάλωσαν και μου στάθηκαν να διαβώ χαρούμενα την ζωή μου αφιερώνω αυτό το χρονοχράφημά μου στην καλοσύνη όλων .
Νίκος Κ. Αζμάνης Παιδίατρος τ.Δήμαρχος Λαγκαδά.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Λαγκαδάς 6-12-2018
