Από το παράθυρο της κάμαράς μου, του μυρωμένου καταφυγίου αυτού της οικογενειακής μου εστίας, ρεμβάζω. Το βλέμμα μου πλανάτε έξω από το τζάμι το σκεπασμένο από αχλή, στο οποίο γλιστρά μ’ ένα ξερό κρότο η βροχή. Τα δένδρα υψώνουν την απελπισία των γυμνών τους κλαδιών στο βαρύ και πελιδνό ουρανό. Ένα πένθιμο και φαιό φως με ένα μεγάλο ρίγος, λες πως περιμένει στο βάθος τ’ ουρανού ν’ ανεβεί σιγά-σιγά η νύχτα, ενώ ο καπνός εξέρχεται σε μακριές μαύρες ταινίες από τις στέγες των σπιτιών, οι οποίες μέσα από τους σκελετούς των δένδρων προβάλλουν σαν άσπρα λευκά στίγματα. Γύρω ο κύκλος των λόφων διαγράφει στο αμαυρό φως τους σκοτεινούς όγκους τους με βαθύ κυανού χρώμα.
Η νάρκη του χειμώνα περιβάλλει τα πάντα. Και τη ράθυμο σιωπή του διακόπτει που και που ένα σφύριγμα ανέμου, ο οποίος στροβιλίζοντας χτυπά τα παραθυρόφυλλα. Η μόνη παρηγορητική νότα σ’ αυτή τη μελαγχολία είναι η φωτιά, η οποία φαιδρά σπινθηρίζει στη θερμάστρα. Ενώ μια άσπρη χειμωνιάτικη τριανταφυλλιά, την οποία ξέχασε ως τώρα ο χειμώνας αγανακτισμένη απλώνει την αγκαλιά της. Ξαφνικά με ένα φύσημα του αέρα πιο ισχυρό και παρατεταμένο η τριανταφυλλιά μου η αγαπημένη φυλλορρόησε όλη σε μια στιγμή. Τα ολόλευκα πέταλα τινάχτηκαν βουβά, πέταξαν γύρω για μια στιγμή σαν άσπρες πεταλούδες. Και τότε τα μάτια μου διέκριναν ένα ασύνηθες περιστατικό στο βάθος του κεντρικού δρόμου.
Καμιά εκατοστή μέτρα μπροστά μου, σταμάτησε ένα ημιφορτηγό όμορφο καινούργιο που έλεγες μόλις είχε βγει από το εργοστάσιο κατασκευής.
Ξαφνικά βλέπω να ανοίγουν οι πόρτες και να στέλνουν έξω ένα μαύρο σκυλάκι που ούρλιαζε λυπητερά.
Ο συνοδηγός το αρπάζει από το σβέρκο και το πετάει με δύναμη στις παρακείμενες πέτρες και έτρεξε να μπει στο αυτοκίνητο.
Μα το σκυλί ρίχτηκε ξοπίσω του αυτοκινήτου κυνηγώντας και ουρλιάζοντας λυπητερά ενώ ο συνοδηγός κραδαίνοντας μια ξυλόβεργα πότε απειλώντας και πότε χτυπώντας προσπαθούσε να διώξει το σκυλί από το δρόμο του.
Αφού οι απειλές και το ξυλοφόρτωμα δεν έφερναν αποτέλεσμα ο συνοδηγός το χτυπά με δύναμη στο κεφάλι λέγοντας: Το Θεό σου …. που νόμισες πως θα γυρίσεις πάλι στο αυτοκίνητο.
Τότε ούρλιαξε το έρημο πιο θλιβερά, θέλεις από τον πόνο, θέλεις από τον καημό. Δεν γύρεψε άλλο να ακολουθήσει το αυτοκίνητο, αλλά σιγοπερπάτησε χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα μόνο και μόνο να μη σωριαστεί κατάχαμα.
Και το αυτοκίνητο σιγά-σιγά πήρε το δρόμο της επιστροφής τραβώντας γοργά με ρότα κατά τη Θεσσαλονίκη.
Το σκυλί όλο και ούρλιαζε χτυπώντας με απελπισία την άσφαλτο και τραβώντας κατά το πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο γρήγορα ξεμάκραινε.
Γύρισε το κεφάλι του κατά την άκρη της ασφάλτου και με κόπο πολύ και αγωνία κατάφερε να φτάσει στο ξερόβραχο κάτω από τη σκιά της ακακίας.
Όταν έφτασε σηκώθηκε ολόρθο και τεντώνοντας το λαιμό του ούρλιαξε σπαραχτικά αγναντεύοντας στην απέναντι πλαγιά το πολυτελές αυτοκίνητο στην καταχνιά του Βερτίσκου και φούσκωνε και μάζευε τη βαριά του ανάσα σαν φυσερό ενώ η κοιλιά του τουρτούριζε.
Το έβλεπα εκεί τρεις μέρες καθισμένο πάντα στη ρίζα της ακακίας ν’ αγναντεύει το δρόμο. Δεν σάλευε από εκεί. Του πήγαινα εκεί κάτω από την εξέδρα του ψωμί, κόκαλα μα του κάκου. Δεν εννοούσε ούτε να μυρίσει τροφή. Κι όλο σούρωνε και μπουρδουκλώνονταν τα πόδια του από την αδυναμία. Όταν ζητούσε να κινηθεί σαν να είχε ποδόλυσσα τα παΐδια του μετριόνταν κάτω από το δέρμα του .
Τα παιδιά του έκαναν μαρτύρια, γιατί δεν είχε αφέντη, ήταν έλεγαν, σκυλί του δρόμου, βροχή έπεφταν επάνω του οι πέτρες και το κούτσαιναν για τα καλά. Αλλ’ αυτό, πράγμα παράξενο, δεν εννοούσε να φύγει. Εκεί κάτω από τη σκιά πάντα εκεί. Του φαίνονταν ίσως πως ήταν μέσα στο σπίτι του. Και όμως του έκαναν τόσα τα παιδιά που απορούσα πως δεν το είχαν αποτελειώσει.
Μια μέρα αφού το χάιδεψα, του έδεσα το λαιμό με ένα μαντήλι και το πήρα στο σπίτι μου. Με ακολούθησε χωρίς αντίσταση κουνώντας την ουρά του. Όταν έφτασα στο σπίτι το έλυσα και το χάιδεψα πολύ. Με τήραγε με τα τίμια μάτια του σκύλου, όλο ευγνωμοσύνη και συμπάθεια, μάτια αν και ζώου αλλά ήταν ζωγραφισμένα πάνω τους όλος ο βαθύς καημός που σου σπαράζει τη ψυχή και γλύφοντας μου τα χέρια έφυγε αργά-αργά. Σε λίγο γύρισε το κεφάλι και κουνώντας την ουρά με κοίταξε πάλι με τα πονεμένα μάτια του και έφυγε.
Το ένοιωσα το δυστυχισμένο. Δεν ήθελε να το παρεξηγήσω. Άλαλο ήταν το στόμα του, αλλά εκείνη η θλιβερή ματιά του μου φάνηκε πως μου έλεγε: Μη με πάρεις για αχάριστο, αλλά θέλω εκεί κάτω από τη σκιά της ακακίας που μοιάζει με το σπίτι μου αγναντεύοντας το δρόμο να ξεψυχήσω.
Και όμως πόσο του αύξανε τα μαρτύρια αυτός ο δρόμος. Αλλά εκείνο δεν το κουνούσε από εκεί, έβγαινε από τη σκιά και αγνάντευε το δρόμο μυρίζοντας τον αέρα. Όταν άκουγε τον ήχο κάποιου αυτοκινήτου σηκωνόταν έβγαινε από τη σκοτεινή σκιά και αγνάντευε το δρόμο κουνώντας την ουρά του στους περαστικούς. Αλλά αυτοί το έδιωχναν με πέτρες γιατί είχε όλα τα σημάδια της λύσσας, τα γουβιασμένα μάτια του γυάλιζαν, χώρια που είχε πάντα την ουρά του κάτω από τα σκέλια.
Στο τέλος εκείνοι που είχαν τα μπακάλικα στην πλατεία αποφάσισαν να αναθέσουν στον ένα που είχε αυτοκίνητο να το φορτώσει και να το απομακρύνει από το χωριό. Είδα κι έπαθα με πολλά παρακάλια να τους αλλάξω γνώμη, τους έλεγα πως έκλαιγε από το καημό της ερημιάς του, μα που ν’ ακούσουν. Τελικά τους έπεισα όταν τους είπα πως αυτό το σκυλί ξέρω ότι δεν τρώει τίποτα και σε δυο μέρες το πολύ θα πεθάνει.
Την επόμενη στο απέναντι λοφάκι κλάδευα με τον πατέρα μου τα δενδράκια μας όταν το στεριανό το αεράκι μου έφερνε αδύνατο ξεψυχισμένο του σκύλου το ούρλιασμα.
Σε λίγο ήταν η ώρα της επιστροφής μας στο χωριό αλλά δεν το άκουγα πια. Θα ήταν πάνω κάτω η ώρα του λυκόφωτος.
Δεν το θυμήθηκα άλλο το σκυλί παρά την άλλη μέρα όταν ξεκινήσαμε για ξερόκλαδα την ώρα που πρόβαλε ο ήλιος από τους λόφους του Βερτίσκου ήταν καθισμένο στη θέση του όπως οι Σφίγγες με τα πόδια εμπρός και το λαιμό τεντωμένο να αγναντεύει την άσφαλτο.
Αλλά ήταν νεκρό. Σβησμένα, γυαλωμένα τα ορθάνοιχτα μάτια του, ξυλιασμένο το κορμί του.
- Μπα, είπε ο αδελφός μου. Το κακόμοιρο το σκυλί! Το είπαν και το έκαμαν οι άπονοι.
Το γνωρίζεις, του είπα αυτό το σκυλί;
- Αμ δεν το γνωρίζω είναι ο Μούργος από τη στάνη του Κουρτουλού, από το Κλέπε, το διπλανό χωριό. Πηγαίναμε για κάρβουνα με τον παππού και ήταν η πρώτη στάση μας. Είχαν πει πως θα το διώξουν και τόδιωξαν.
Και γιατί το έδιωξαν;
- Να δεν ήταν καθόλου κακό. Όσα κι αν του έκαναν, και ξύλο και δέσιμο σφιχτό, για να αγριέψει αυτό τίποτα. Ένα σκυλί που πρέπει να φυλάει το κοπάδι πρέπει να είναι άγριο, κακό, να γαυγίζει δυνατά και να δείχνει πάντα τα δόντια του. Αυτό ήταν γεννημένο ήμερο και καλό, όσοι κι αν ζύγωναν στη στάνη τους κουνούσε την ουρά. Δεν λογάριαζε κανέναν για κλέφτη δεν έβαζε με το νου του κακό άνθρωπο…
Κι εγώ ως εκείνη τη στιγμή είχα τη γελασμένη ιδέα, ότι μονάχα ανθρώπους σβήνει και βουλιάζει σ’ αυτό τον κόσμο η καλοσύνη.
Το παραπάνω διήγημα έλαβε τιμητική διάκριση στον 7ο παγκόσμιο λογοτεχνικό διαγωνισμό που συνδιοργάνωσαν η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, η Π. Ε. Φθιώτιδας, ο Δήμος Λαμιέων, και ο Φιλοζωικός Σύλλογος Φθιώτιδας τον Σεπτέμβριο του 2018
Μπεκιάρης Σταμάτης
