Πέμπτη, 06 Ιουνίου 2019 08:32

"Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" διήγημα του Σταμάτη Μπεκιάρη με την ευκαιρία του εορτασμού των 106 χρόνων από την απελευθέρωση της Ξυλόπολης (Λιγκοβάνης) - 20 Ιουνίου 1913.

ΞΥΛΟΠΟΛΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗ

Ήταν μια χειμωνιάτικη βραδιά του μηνός Δεκεμβρίου δεν θυμούμαι ποιανού έτους, βραδιά κατασκότεινη από εκείνες που άλλοτε ήταν συχνότερες από τώρα. Ο άνεμος σφύριζε δαιμονισμένος κι έκανε τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού μας να βροντοκοπούν. Η καπνοδόχος βογκούσε και ούρλιαζε σαν λυσσασμένος σκύλος και μας έκανε να συμμαζευόμαστε εγώ και ο αδελφός μου πιο κοντά στη σόμπα.

Η αναλαμπή των καιόμενων ξύλων προσέλκυε πάνω της τα βεβαρημένα από τη νύστα μάτια μας και αν η αφήγηση της γιαγιάς δεν ήταν τόσο ενδιαφέρουσα, προ πολλού θα βρισκόμασταν ξαπλωμένοι πάνω στο μαλακό κιλίμι. Ο πατέρας εν τω μεταξύ αργούσε να επιστρέψει και η μητέρα και η γιαγιά άρχισαν να δυσφορούν και ν’ ανησυχούν.
Η κακοκαιρία εξακολουθούσε σφοδρότερη. Η μητέρα που ο νους της ήταν όλο στον πατέρα μου, της φάνηκε πως άκουσε πατήματα έξω και σηκώθηκε να πάει ν’ ανοίξει την πόρτα. Με το άνοιγμα της πόρτας δυνατό ρεύμα ψυχρού ανέμου έφτασε ως εκεί που καθόμασταν και μας έφερε ρίγος, η δε μητέρα μου είδε κι έπαθε να ξανακλείσει την πόρτα, αφού πρόβαλε έξω το κεφάλι της και πείστηκε πως δεν ήταν κανείς.

- Φοβερό κακό είπε σαν επέστρεψε, δυστυχία για όσους βρίσκονται στο βουνό. Και ρίχνει και χιονόνερο αν πέσει ο άνεμος χωρίς άλλο θα το στρώσει το χιόνι.
Μια βουή, αδιάκοπη και παρατεταμένη, απομακρυσμένων κυμάτων που έσκαγαν στους βράχους του Μπογδάνα έφτανε ως το σπίτι μας αν και απείχε αρκετά. Σε κάθε σφοδρή πνοή του ανέμου η γιαγιά διέκοπτε την αφήγηση. Κύριε ελέησον, σταυροκοπιόταν και ξανάρχιζε. Ξαφνικά μέσα σ’ εκείνο το βουητό ακούστηκε ήχος καμπάνας που χτυπούσε πότε αργά πότε διακεκομμένα και πότε σύντομα και δυνατά και πότε πάλι έπαυε να χτυπά ολότελα. Στο άκουσμα της καμπάνας η μητέρα και η γιαγιά ανασκιρτούσαν από τα καθίσματα, στρεφόντουσαν προς την ανατολή και έκαναν έντρομες τον σταυρό τους σαν να ήταν σεισμός…. «Παναγία σώσε μας!» έλεγαν με μια φωνή.
Ήταν η καμπάνα του Άη Γιώργη στο νότιο μέρος του χωριού. Η καμπάνα αυτή λίγο μεγαλύτερη από ένα γουδί, δεν άντεχε στην σφοδρότητα του ανέμου και χτυπούσε μόνη της. Προξενούσε ρίγος σε όσους άκουγαν τον ήχο της συγχεόμενο με την βουή του ανέμου. Οι κάτοικοι του χωριού στον ήχο της καμπάνας απέδιδαν απαίσιο προμήνυμα δυστυχήματος και ο Παπανικόλας είχε την πρόνοια πάντοτε όταν προέβλεπε κακοκαιρία να δένει το γλωσσίδι της καμπάνας για να μην προκαλεί όπως έλεγαν την δεισιδαιμονία του ποιμνίου. Συνέβαινε όμως καμιά φορά να τον ξεγελούν οι προβλέψεις του, διότι αιφνίδια και απροσδόκητα ενέσκηψε εκείνη τη νύχτα η κακοκαιρία και έτσι το καμπανάκι βρήκε την ευκαιρία να χορεύει δαιμονισμένα και να κάνει προληπτικούς τους κατοίκους του χωριού, να πιστεύουν ακράδαντα σε επικείμενο δυστύχημα.

Η γιαγιά άρχισε την αφήγηση και εμείς κρεμαστήκαμε στα χείλι της ξεχνώντας τι επικρατούσε έξω από την πόρτα μας.
Την ώρα που ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε το χωριό μας δεν είχε απομείνει μέσα του τίποτε, άνθρωποι και ζωντανά είχαν σκορπίσει στους γύρω λάκκους γυρεύοντας προστασία.
Εγώ ακολούθησα το δρόμο προς το Αϊβαλίκ Ντερέ αφού αυτόν ήξερα όταν πήγαινα στο καπνοχώραφό μας. Πάνω στον πανικό μου όμως αποπροσανατολίστηκα και βρέθηκα σ’ έναν τεράστιο σωρό από μαυροπράσινες πέτρες, σαν παλιό παλάτι ή σαν ερείπιο κάστρο, με τοίχους μαρμαροπελεκητούς, με στήλες πολύχρωμες και με πόρτες ανοιγμένες στα δύο αγκωνάρια. Έβγαιναν από τις χαραμάδες του μπροστινού τοίχου δύο αγριοσυκιές, πλοκαμωτές και στριφτόκλαδες, σαν φίδια, που τ’ άρπαξε και τα ρίζωσε η γη εκεί στην αγκαλιά της και τ’ αποδένδρωσε. Και από τον αγώνα που έκαναν εκείνα να ελευθερωθούν, είχαν ανασηκώσει τις τεράστιες πέτρες αφήνοντας μελαμψές χαραμάδες, σχηματίζοντας γραμμή σπασμένη όμοια με του αστροπελεκιού το δρόμο.

Και μέσα στο ρημαδιακό είχε φυτρώσει βρομόχορτο, που είχε τρανέψει σαν δέντρο και χρυσοκοκκίνιζαν φουντωμένα τα βλαστάρια του προβάλλοντας από τα στενόμακρα παράθυρα του ρημαδιακού σαν ζωγραφιές απόκοτες σε μαρμαρένιες κορνίζες.
Το ερείπιο κάστρο έστεκε πάνω στην απόκρημνη και λαξευμένη ράχη του Βερτίσκου, που σκιζόταν παράξενα και μια σπηλιά φαινόταν εκεί κατασκότεινη στην είσοδό του.
Ο ήλιος είχε γύρει και το περισσότερο φως ήταν έξω παρά μέσα στο ξέσκεπο χάλασμα και όταν σταμάτησα μπροστά στη σπηλιά ακούστηκε κάτι σαν ψίθυρος.
Ξανακούστηκε σαν ήχος χαλικιού, που κατρακυλά σε πέτρινο κατήφορο σαν να έβγαινε από τα βάθη της σπηλιάς, τόσο ξεκάθαρα που φοβήθηκα ότι στοίχειωσε το βουνό και φοβισμένη τρύπωσα στη σπηλιά.

Προχωρώντας έφτασα κάτι αχνοκίτρινες ακτίνες που από κάποια χαραμάδα γλιστρούσαν μέσα στο υγρό σκοτάδι. Όσο όμως προχωρούσα στο βάθος, ζωντανότερες απλώνονταν οι ακτίνες και γλιστρούσε ανάμεσά τους το σκοτάδι σαν οκνό χταπόδι.
Είδα τότε πάνω μου έναν θόλο, που κρέμονταν από αυτόν ξερόκλαδα σαν διαμαντένιοι δράκοντες, σαν γοργόνες ζαφειρένιες και σαν άλλα στολίδια δυσκολονόητα, που το αστραφτερό λαμποκόπημά τους ελαφροτυλίγονταν στο αχνό σάβανο του σκοταδιού.
Κάπου αντίστοιχα με την κορυφή του θόλου, απλωνόταν κάτω ένα μελανιασμένο νερό που σάλευε. Δεν ήταν μεγαλύτερο από το ανάστημα ανθρώπου. Τότε είδα που έπεφταν από πάνω σταλαγματιές τόσες μόνο που να μην ξεχειλίζει το νερό.

Έκανα τότε να βγω από εκεί και σφαλερά προχωρώντας μπήκα σε μια σχισμάδα από εκείνες που ανοιγόταν στα πλάγια της σπηλιάς και προχωρούσα στενόχωρα κι απελπισμένα, γιατί μου ήταν αδύνατο να γυρίσω πίσω. Τόσο σκοτεινός ήταν ο δρόμος, ανηφορικός και ακατάστατος σαν της ζωής μου το δρόμο.
Φτάνοντας στην έξοδο απροσδόκητα, κατρακύλησα στην κατηφόρα του βουνού. Τότε βρέθηκα ξαφνικά σε τόπο χλοερό και τόπο σκιερό που πάνω του χνουδωτός απλωνόταν ο ουρανός.
Γύρω μου δέντρα υψώνονταν, ιτιές και λεύκες, που κινούσαν απειλητικά τις κορυφές τους και κάποτε έσμιγαν σαν να κρυφομιλούσαν.
Ενώ προσπαθούσα να προσανατολιστώ βρέθηκα όμως ανάμεσα σε κατάκοπους φαντάρους, σαστισμένη, νηστική, μισόγυμνη και ξυπόλητη με το πρόσωπο μελανιασμένο και χιλιογρατσουνισμένο απ’ τα αγκάθια. Εκείνη την ώρα έπαιρναν το συσσίτιό τους. Όταν όμως με αντίκρισαν έτρεξαν όλοι γύρω μου χαϊδεύοντας και ρωτώντας πονετικά.
Έλα Χριστέ και Παναγιά! Πως παραστράτησε και τι γυρεύει εδώ πάνω στα κατσάβραχα ολομόναχο, τέτοια ώρα και σε τέτοια κατάντια. Ούτε κι αυτό ξέρει να μας πει. Άκουσα να μονολογεί κάποιος.

Με πλησίασε τότε ένας όμορφος, ψηλός, λεβέντης, μάλλον ήταν αξιωματικός, με πήρε παράμερα και σταυροκοπήθηκε:
- Βρε κακότυχο ποιος κακός άνεμος σ’ έφερε εδώ; Πως στο καλό βρέθηκες εδώ; Έχεις γονείς; Πως τους λένε, να σε χαρώ.
Σαστισμένη, τρομαγμένη σαν να ξυπνούσα από κάποιο κακό όνειρο σήκωσα δειλά το χεράκι μου κατά το νοτιά και τσέβδισα δείχνοντας τη Λιγκοβάνη .
Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Εκείνη η χειρονομία μου τα είπε όλα. Ολόκληρη τραγωδία. Ήταν το χωριουδάκι που πριν λίγες ώρες ελευθέρωσε ο ελληνικός στρατός από τους Βούλγαρους που το ρήμαξαν το έβαλαν φωτιά και το έκαναν στάχτη.
Ελευθερία με βαπτίσανε από εκείνη τη στιγμή.
- Πεινάς κοριτσάκι μου; Με ρώτησε ένας στρατιώτης δίνοντάς μου ένα κομμάτι κουραμάνα.
Άπλωσα γρήγορα το χεράκι μου το άρπαξα το έφερα λαίμαργα στο στόμα κι ένα χαμόγελο χαράς έσκασε στα σουρωμένα χειλάκια μου.
- Μωρέ αυτό εδώ είναι ξεπνεωμένο της πείνας! Είπε ο αξιωματικός. Έλα εδώ λοχία Φραγκούλη. Πάρτο εκεί να το έχεις έγνοια ως την αυγή, να δούμε αύριο τι διάολο θα γίνει με δαύτο. Βόλεψέ το με κανένα στρωσίδι, να μη μας κοκαλιάσει τη νύχτα.
Ο Φραγκούλης μ’ έπιασε από το χέρι και μ’ έφερε στο αντίσκηνο. Ο αξιωματικός αποτραβήχτηκε πάλι μιλώντας μόνος του.
- Ορίστε τώρα! Να παιδοκομάμε λέει μωρά και βυζανιάρικα!
Το πρωί όλοι οι άντρες βρήκαν δουλειά, ξέχασαν για λίγο τις τρομερές μάχες για την απελευθέρωση της Λιγκοβάνης, και το έριξαν στο παιχνίδι μαζί μου. Πρώτα όμως θεώρησαν σωστό να μου φορέσουν κάτι για να μη κρυώνω.

Ένας στρατιώτης που ήξερε να ράβει ανασκουμπώθηκε να μου σκαρώσει όπως είπε μια φορεσιά. Από τον τρύπιο ξεφτισμένο μανδύα κάποιου σκοτωμένου ξήλωσε τα μανίκια με το σουγιά, τα κόντυνε, έβγαλε απ’ το γυλιό του μια χοντροβελόνα περασμένη με ψιλό σπάγκο, τα έραψε σμίγοντάς τα προς την επάνω μεριά και σε λίγο φορούσα ένα παντελόνι κακοτράχαλο που ήμουν για γέλια. Ύστερα έκοψε δυο κομμάτια ισόπλατα τα έραψε μπόσικα σαν σακί άφησε μια σχισμάδα επάνω όσο που να χωράει το κεφαλάκι μου και στα πλάγια δύο άλλες μικρότερες για να περνούν τα χεράκια μου, κι έτσι βρέθηκα χωμένη σε μια παράξενη μπλούζα καραγκιόζικη. Αντί για μανίκια που δεν μπορούσαν να γίνουν με φάσκιωσαν τα μπρατσάκια με κάτι παλιόπανα να μη τα δέρνει το βραδινό κρύο. Στο αναμεταξύ ένας άλλος μου έφτιαξε παπούτσια από κάτι ξεσχισμένες άχρηστες αρβύλες που έπλεαν και χάνονταν μέσα τα ποδαράκια μου. Στο τέλος μου κάθισαν ένα στρατιωτικό καπέλο στο κεφάλι ενώ ξεχείλιζαν φουντωτά τα πυρόξανθα σγουρά μαλλάκια μου.
Όταν με είδε ο αξιωματικός ντυμένη αρλεκινάκι σαν μικρός αποκριάτικος παλιάτσος δε βάσταξε στα γέλια!
- Μωρέ τι μασκαραλίκια είναι τούτα: Μπα ψυχούλα μου, πως σε κάναν έτσι μπαίγνιο και ρεντίκολο! Άκουσε Φραγκούλη άμα αριβάρει κατά δώθε ο μπάρμπα Τζάπος, ο τσομπάνης, να το έχεις έγνοια να του εμπιστευτούμε την τύχη της κοπελιάς μας, να πάει καλά να βρει τους δικούς της αν δεν τους σφάξανε οι Βούλγαροι.
Εγώ όμως ήμουν καταχαρούμενη με το κουστούμι μου. Καμάρωνα σαν αρχοντοπούλα μέσα σε πολύτιμα στολίδια.

Πέρασε ολόκληρη μέρα κι ο γερο Τζάπος δεν φάνηκε να φέρει τυρί και γάλα στα παλικάρια.
Στο διάστημα αυτό εγώ έγινα η ψυχοκόρη του στρατού. Ένας με χάιδευε από δω άλλος μ’ έπαιζε από κει, άλλος με κάθιζε στα γόνατά του και μούλεγε το παραμύθι της Σταχτοπούτας. Κάποιος άλλος βάλθηκε να μου μάθει τα στρατιωτικά βήματα: Έλα γεια σου Ελευθερία! Εμπρός! Μάρς! Ένα δύο ένα δυό! Κι εγώ σκόνταφτα, έπεφτα κάτω και οι στρατιώτες σπαρτάριζαν στα χάχανα. Μου έφτιαξαν μάλιστα κι ένα ξύλινο όπλο και μου το πέρασαν στον ώμο μ’ ένα σχοινάκι.
Τέλος πάντων ήμουν η χαρά και το καμάρι του στρατού μας. Ένα χαμόγελο κι ένα αναγαλίασμα μέσα στη μοναξιά και την αγριάδα της βουνίσιας στρατιωτικής ζωής.
Την επόμενη μέρα έρχεται διαταγή από το αρχηγείο του διαδόχου να φύγει από κει ο στρατός γρήγορα και να πάει σε άλλο σημείο πιο κοντά στα υψώματα του Λαχανά.
- Και τώρα! Ξεφώνησε ο αξιωματικός τι θα το κάνουμε αυτό το συφοριασμένο!

Αλλά σε λιγάκι, να σου φανερώνεται ο γερό Τζάπος. Λες και τον έστειλε στην ώρα του η Θεία Πρόνοια.
Ο αξιωματικός με πήρε κατά μέρος κρατώντας το χέρι μου. Έχανε τη ψυχοπαίδα του, έβγαλε από το πορτοφόλι του και μούδωσε μερικά χρήματα και φεύγοντας είπε του γερο Τζάπου:
- Άκουσε μπαρμπα Τζάπο! Αν δεν βρεις τους γονείς της και νοιώσεις πως απόμεινε πεντάρφανη, να μου τη φέρεις ίσια στις Σέρρες, που θα μπούμε μεθαύριο το δίχως άλλο.
- Έννοια σου καπετάνιε. Νάσαι ξένοιαστος. Σου δίνω όρκο πως θα κάνω όπως με διέταξες.
Οι άντρες είχαν ετοιμαστεί. Ο λόχος ήταν στη γραμμή έτοιμος να ξεκινήσει.
Εγώ σα να κατάλαβα πως θ’ απομείνω μόνη, βλέποντας όλη αυτή τη κίνηση, έμπηξα τα κλάματα, χτυπούσα τα ποδαράκια μου σκούζοντας και γυρεύοντας να ξεφύγω από τα χέρια του μπαρμπα Τζάπου.
- Στο καλό Ελευθερία!
Καλή αντάμωση μικρούλα μου!
- Γεια σου, χρυσό μου!

Μου φώναζαν οι άντρες και μου έστελναν με τα χέρια γλυκά φιλάκια, όλοι δακρυσμένοι για το χωρισμό μας.
Κι όταν ο αξιωματικός φώναξε: Εμπρός! Μάρς! Μου φάνηκε πως η φωνή του ήταν ραγισμένη…….
Με τον μπάρμπα Τζάπο επιστρέψαμε στη Λιγκοβάνη.
Απ’ όλα τα σοκάκια της ξεχύνονταν στην πλατεία κότες κυνηγημένες, πουλάδες και πετεινοί, αναταράζοντας τις φτερούγες τους με διαπεραστικά κακαρίσματα πανικού, με οξύτατα λαρυγγίσματα που έσκιζαν αυτιά, με βραχνά μισοπνιγμένα γουργουρίσματα όμοια με βοή συλλαλητηρίου. Ανακατεμένα με τα πουλερικά αυτά έτρεχαν τρία αρτιγέννητα βουβαλάκια, κατάμαυρα με τρίχωμα γυαλιστερό στη χαρακτηριστική καμπούρα της ράχης τους και με κωμικούς τρεμουλιαστούς μυκηθμούς.
Εκείνη τη στιγμή έπεσε με πάταγο τρομακτικό η στέγη ενός μπακάλικου της πλατείας. Λαμπάδιασε αμέσως το χάος των εύφλεκτων πραγμάτων που ήταν ακόμη σκορπισμένα εκεί μέσα. Σπίθες αναπήδησαν σαν πίδακες προς τον ουρανό. Τεράστιες φλόγες έσπασαν τις πόρτες και τα παράθυρα κι όρμισαν οργισμένες προς τα έξω. Ο καπνός έπνιγε τώρα ολόκληρο το χωριό και η πυρά της φωτιάς έγινε αφόρητη. Τρομοκρατημένος ο μπάρμπας φώναξε.
- Μωρέ θα ψηθούμε εδώ κάτω!
- Πάμε να φύγουμε Ελευθερία!

Δεν πέρασε πολλή ώρα και ουρλιαχτά, κραυγές απόγνωσης ξεχύθηκαν στο χωριό. Οι λίγοι εναπομείναντες χωρικοί άρχισαν ένας ένας να αναχωρούν για την ήδη απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη.
Εγώ με τον μπάρμπα πήραμε αντίθετη κατεύθυνση, το δρόμο για τις Σέρρες.
Περιπλανηθήκαμε στους δαιδαλώδεις λόφους του Λαχανά όπου ήταν διάσπαρτα πτώματα και υλικά δείγματα του πανικού των Βουλγάρων μετά την ήττα τους από τον Ελληνικό στρατό. Τελικά φτάσαμε στο Στρυμόνα. Εκεί όμως κάτι στρατιώτες μας απαγόρεψαν να συνεχίσουμε προς τις Σέρρες και μας υπέδειξαν να παραμείνουμε στο Όρλιακο. Στην απέναντι όχθη του ποταμού διεξάγονταν σκληρές μάχες για την απελευθέρωση της πόλης των Σερρών.
Απευθυνθήκαμε στους ομογενείς για λίγο φαγητό και ξεκούραση, που μας δόθηκε απλόχερα. Φιλοξενηθήκαμε για λίγες μέρες στο σπίτι μιας γριούλας στην άκρη του χωριού. Ο μπάρμπας την επόμενη μ’ εγκατέλειψε και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Έπρεπε να φροντίσει τα ζωντανά του. Η καλή και φιλόξενη γριούλα σε λίγες μέρες αποδήμησε από αυτό τον κόσμο. Δεν μου απόμεινε τίποτε πλέον. Αποφάσισα να επιστρέψω στη Λιγκοβάνη μήπως βρω κάποιον από τους δικούς μου.
Ακολούθησα ένα καραβάνι ταξιδιωτών μέχρι το Λαχανά. Εκεί μας πλάκωσε η νύχτα και αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε. Σε έναν αχυρώνα πέρασα μια βασανιστική νύχτα. Το πρωί περιφερόμουν στα σοκάκια του χωριού μήπως συναντήσω κάποιον να με συντροφεύσει σ’ αυτή την πορεία της επιστροφής.
Εκεί έμελλε να συναντήσω τον αδελφό μου τον Άγγελο. Τώρα έχω το στήριγμά μου κι ας κάνει κρύο τα βράδια. Αγναντεύουμε τον ορίζοντα από την πόρτα του αχυρώνα αφού οι πολλές βροχές δεν μας επιτρέπουν να ξεμυτίσουμε. Αφηγηθήκαμε ο καθένας την πορεία του και έτσι μας βρήκε το ξημέρωμα.
Παρά την κακοκαιρία ξεκινήσαμε για τη Λιγκοβάνη. Τα πέντε χιλιόμετρα της διαδρομής τα διασχίσαμε σχεδόν τρέχοντας. Εκεί αντικρίσαμε μια απαίσια εικόνα.
Η Λιγκοβάνη μια νεκρόπολη, δεν ξεχώριζαν οι δρόμοι από τα σπίτια. Ένα στρώμα από πέτρες και χώμα μαύρο και ξύλα απανθρακωμένα απλώνονταν παντού. Και ανάμεσα σ’ αυτούς τους σωρούς είχαν απομείνει τοίχοι παράδοξων σχημάτων σαν φαντάσματα, μαυρισμένα από καπνό και κόκκινα από τις βόμβες.
Το χωριό κατάμαυρο και γκρεμισμένο. Από πάνω τα κοράκια έκρωζαν, χαμήλωναν, και πάλι έκρωζαν. Ο δρόμος που οδηγούσε από το ρέμα στα πρώτα σπίτια του χωριού από το αδιάκοπο πέρασμα στρατού, κανονιών και μεταγωγικών, είχε ζυμωθεί.

Στο χωριουδάκι οι Βούλγαροι, δεν άφησαν τίποτε όρθιο.
Πάνω σ’ αυτό, καθισμένα τα θύματα της βουλγαρικής θηριωδίας κλαίγανε και κλαίγανε. Και οι θρήνοι τους γέμιζαν την ατμόσφαιρα, και οι οιμωγές τους έφταναν ψηλά όπου πανίσχυρος καθόταν Εκείνος και οι ολοφυρμοί τους έφταναν ως τα πέρατα του κόσμου και τα μοιρολόγια τους συγκινούσαν τα δέντρα, τους βράχους και τα βουνά που άφωνα σιγοκλαίγανε.

Και βλέποντας το λυπητερό αυτό θέαμα, δάκρυζε ο ψυχόπονος ουρανός και τα δάκρυα του αφού πρώτα αυλακώνανε τα γαλανά του μάτια έπεφταν αργά-αργά στη γη και θυμώνανε και σκυθρωπιάζανε και απειλούσαν με τα μελανιασμένα σύννεφά του….
Μαύροι καπνοί και φλόγες ανέβηκαν ψηλά και σπίθες σκόρπησαν στο κενό σαν ταχείς αγγελιοφόροι να αναγγείλουν στα πέρατα του κόσμου τη φρικώδη ανθρωποθυσία που έγινε στη Λιγκοβάνη.

Αθώες παρθένες με ξέπλεκα μαλλιά απέλπιδες και αλαλάζουσες οδηγήθηκαν στην ατίμωση και στο θάνατο!
Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν και απέμεναν μόνο καμένα σπίτια.
Αποφασίσαμε να κατασκηνώσουμε στο σπίτι μας που ίσως να είναι το μοναδικό που στέκει ακέραιο, αλλά τα αυτιά μας πλήγωναν γόοι και θρήνοι γυναικών και παιδιών, που γέμιζαν τον αέρα της πλαγιάς.

Κατεβήκαμε στο υπόγειο και σε μια γωνιά του τρομαγμένα έστεκαν στοιβαγμένα τα τουρκόπουλα του μαχαλά μας με τις μανάδες τους. Όταν άκουσαν τα βήματά μας έχωσαν τρομαγμένα τα κεφαλάκια τους στον κόρφο των μανάδων τους, δεν μας αναγνώρισαν μας πέρασαν για Βούλγαρους. Ως και ένα μωρό βυζανούρι, μελανιασμένο άρχισε να μυξοκλαίει. Είχαν δει τις προηγούμενες μέρες σχεδόν όλους τους Τούρκους άντρες του χωριού δολοφονημένους από τους κομιτατζήδες.
Πόσα δράματα ήταν ζωγραφισμένα στις χλωμές και κουρασμένες μορφές, στα κοκκινωπά και πρησμένα μάτια της αγρύπνιας! Πόσες άραγε άγριες νύχτες, γεμάτες θύελλες, στερήσεις, φόβους και κινδύνους να είχαν περάσει οι άμοιροι αυτοί Τούρκοι της Λιγκοβάνης. Στην άλλη όχθη του δρόμου μας πρόσμενε θέαμα πολύ θλιβερότερο: Πάνω σε μεταξωτό πάπλωμα, απλωμένο κατά γης βρίσκονταν το πτώμα ενός νέου. Κοντά του καθισμένη σταυροπόδι, κατάχαμα, μια Τουρκάλα, χωρίς τσεμπέρι, με τα μεγάλα ολόμαυρα μαλλιά λυτά, χυμένα ως κάτω, χτυπούσε το στήθος της, έκλαιγε ακατάπαυτα και ψιθύριζε λόγια μόλις ακουστά. Ήταν ο άντρας της; Ο αδελφός της; Ήταν άρρωστος και ξεψύχησε στο δρόμο; Τον είχαν σκοτώσει; Ποιος είχε τον καιρό να ρωτήσει!... Το βλέμμα, το ύφος και κάποιες χειρονομίες της γυναίκας μαρτυρούσαν θλίψη μέχρι τρέλας.

Ένας ηλικιωμένος Λιγκοβανιώτης μας αναγνώρισε. Μόλις που έσερνε τα πόδια του, μας πλησίασε και με λόγια παρηγοριάς μας πληροφόρησε ότι, οι γονείς μας δεν είναι στο χωριό.
Τη μάννα μας τη σκότωσαν οι Βούλγαροι κατά την οπισθοχώρησή τους τον δε πατέρα μας τον είχαν απαγάγει.
Όσο και αν υποδαύλιζε την περιέργειά μου η ωραία αφήγηση της γιαγιάς, εγώ εν τούτοις νανουριζόμενος από την απαλή αφήγηση της και από την βοή των στοιχείων σιγά-σιγά έγειρα χωρίς να το θέλω το κεφάλι μου στα θερμά γόνατά της και απ’ εκείνη την ώρα έως το πρωί ξανάζησα ότι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα.

Μπεκιάρης Σταμάτης

Η Λιγκοβάνη απελευθερώθηκε στις 20 Ιουνίου 1913 από το 6ο τάγμα του Βελισσαρίου και το 8ο του Λοχαγού Χριστοφόρου που αναπλήρωνε τον Ιατρίδη.

Το παραπάνω διήγημα έλαβε τιμητική διάκριση στον 9ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.Ο.Κ.) το 2018.

   ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Λουτρών 62 - Λαγκαδάς

Phone: (23940) 25472

Mobile: 6937 027424

Email: info@lagadas24.gr  

© 2017 Expertin Danas